Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Aπασχόληση θεολόγων σε υπηρεσίες θρησκευτικού τουρισμού και πολιτισμού

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ

Γραφείο 404, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, 54624 Θεσσαλονίκη

τηλ. – fax: 2310 997113, mail: theologoi@gmail.com,

URL: www.theologoi.wordpress.com

Θεσσαλονίκη 23.06.2009

Αρ. πρωτ.: 4

ΠΡΟΣ:

- Υπουργείο Εσωτερικών, Υπουργό κ. Π. Παυλόπουλο
- Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Υπουργό κ. Ι. Παπαθανασίου
- Υπουργείο Τουριστικής Ανάπτυξης, Υπουργό Τουριστικής Ανάπτυξης, κ. Κων. Μαρκόπουλο - Υπουργείο Πολιτισμού, Υπουργό κ. Αντώνη Σαμαρά
- Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, Υπουργό κ. Φ. Πετραλιά

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ:

Ιερά Σύνοδο –Αρχιεπισκοπή Αθηνών –Κρήτης,
Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων,
ΠΕΘ – Παράρτημα Ν. Λάρισας,
Παγκρήτιο Σύνδεσμο Θεολόγων,
ΠΕΘ – Παράρτημα Ν. Λέσβου,
ΠΕΘ – Παράρτημα Ν. Ηλείας,
Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης

ΘΕΜΑ: Απασχόληση Θεολόγων: θρησκευτικός τουρισμός - πολιτισμός

Αξιότιμε κ. Υπουργέ,

Με δεδομένο ότι η τουριστική ανάπτυξη αποτελεί αφενός μεν έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες για την εθνική μας οικονομία, αφετέρου δε προβάλλει την χώρα μας διεθνώς, θα θέλαμε να σας γνωρίσουμε τις απόψεις και τα αιτήματα του Συνδέσμου μας για το ζήτημα του Θρησκευτικού Τουρισμού.

Είναι γεγονός ότι η χώρα μας, με τη μακρά τουριστική παράδοση που έχει, καλείται στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον, να προσφέρει άρτιες και ποιοτικές τουριστικές υπηρεσίες, ώστε να παραμένει σταθερά ένας από τους ιδανικότερους τόπους προορισμού με πλούσιο και ανταγωνιστικό πολιτισμικό ενδιαφέρον σε παγκόσμιο επίπεδο.

Είναι γνωστό ότι ένα σημαντικό κομμάτι του τουριστικού προϊόντος της χώρας μας αποτελούν οι βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες, οι επιβλητικοί καθεδρικοί ναοί, τα ξωκλήσια, τα μοναστήρια, με την αξιόλογη εικονογράφησή τους, με ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και εικόνες, που μαρτυρούν την επίμονη προσήλωση στις παραδόσεις και τη στενή και μακραίωνη διασύνδεση της τέχνης με τη θρησκευτική πίστη και λατρεία.

Ο θρησκευτικός τουρισμός, αφορά κυρίως ευσεβείς περιηγητές, φιλέρευνους τουρίστες, αλλά και θαυμαστές της βυζαντινής τέχνης, οι οποίοι, μέσα από πολιτισμικά οδοιπορικά στον ελληνικό χώρο, έρχονται σε επαφή με την πνευματικότητα της ορθοδοξίας. Οι απόφοιτοι Θεολογικών Σχολών πιστεύουμε ότι μπορούν να είναι οι πλέον καλύτεροι και αρμοδιότεροι για να παρουσιάζουν και να ερμηνεύουν σε βάθος, από θεολογικής, ιστορικής και αρχαιολογικής πλευράς, τα εκκλησιαστικά μνημεία τέχνης.

Οι απόφοιτοι των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, μέσα από τις σπουδές τους στα γνωστικά αντικείμενα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, της Χριστιανικής και Βυζαντινής Αρχαιολογίας, Τέχνης και Λατρείας (Ναοδομία, αγιολογία, θεολογία της εικόνας, εικονογραφίας) Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας στο Θρησκευτικό και Πολιτισμικό Πλαίσιο, αλλά και γενικότερα στη θεολογία, έχουν καταρτιστεί σε βάθος, έτσι ώστε να καθίστανται οι πλέον ειδικοί, για την πληρέστερη παρουσίαση, απόδοση και προβολή των εκκλησιαστικών μνημείων (Συνημμένο Νο. 1. Το Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ).

Επιπλέον, έχουν ποικίλα πρόσθετα προσόντα, που απαιτούνται για την κατάκτηση μιας τέτοιας θέσης ευθύνης, επειδή, ως μελλοντικοί εκπαιδευτικοί, έχουν διδακτικές και παιδαγωγικές ικανότητες από τα γνωστικά αντικείμενα της Παιδαγωγικής, της Ψυχολογίας και της Διδακτικής, που έχουν σπουδάσει, έτσι ώστε να γνωρίζουν τρόπους διαλόγου επικοινωνίας και επιστημονικής παρουσίασης των ποικίλων θεματικών περιοχών, να καταμερίζουν σωστά το χρόνο κ.λπ.

Κύριε Υπουργέ, για τους παραπάνω λόγους, θεωρούμε αναγκαία την στελέχωση (μέσω διαγωνισμού με σειρά προτεραιότητας ΑΣΕΠ) τόσο της Κεντρικής Υπηρεσίας, όσο και των Περιφερειακών Τμημάτων και Γραφείων αλλά και των εποπτευομένων φορέων, όπως ενδεικτικά του Οργανισμού Τουριστικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, και του Εθνικού Οργανισμού Τουρισμού, από Θεολόγους, οι οποίοι είναι οι καθ’ ύλην αρμόδιοι για την ανάπτυξη του Θρησκευτικού Τουρισμού στην χώρα μας.

Παράλληλα προς αυτά, οι Θεολόγοι θα μπορούσαν να στελεχώσουν, ως ειδικοί επιστήμονες, τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Υπουργείου σας,

α) Για την κατάρτιση-επεξεργασία-διάθεση, εξειδικευμένων πακέτων τουριστικής προβολής-σε συνεργασία και με άλλους εξειδικευμένους υπαλλήλους που ήδη στελεχώνουν τις σχετικές υπηρεσίες, ως ομάδα εργασίας.
β) Για τη στελέχωση των υπηρεσιών ενημέρωσης, όπου υπάρχουν ή τη δημιουργία νέων στα κατά τόπους εκκλησιαστικά μνημεία που παρουσιάζουν μεγάλη επισκεψιμότητα από προσκυνητές και επισκέπτες.
γ) Για τη στελέχωση του ΟΤΕΚ ως μόνιμοι εκπαιδευτές (Υπ. Τουριστικής Ανάπτυξης).
δ) Για τη στελέχωση λοιπών εποπτευομένων φορέων, όπως του ΕΚΕΒΙ (Υπ. Πολιτισμού).
ε) Για τη στελέχωση των Εφοριών Βυζαντινών Αρχαιοτήτων (Υπ. Πολιτισμού).
Κύριε Υπουργέ, κλείνοντας το σύντομο αυτό Υπόμνημά μας, θα θέλαμε να σας γνωρίσουμε ότι οι προτάσεις μας αυτές για την αξιοποίηση των Θεολόγων στο θρησκευτικό τουρισμό της χώρας μας, βρίσκουν σύμφωνη και διαθέσιμη για περαιτέρω συνεργασία και την Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία αναφέρει το ζήτημα αυτό μεταξύ των αιτημάτων της σε επιστολή που απέστειλε πρόσφατα προς τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων κ. Σπηλιωτόπουλο, την οποία και σας επισυνάπτουμε (Συν. ν. 2).
Παραμένουμε στη διάθεσή σας για κάθε πληροφορία και συνεργασία, και ευελπιστούμε στη θετική ανταπόκριση σας, στις προτάσεις μας.

Με τιμή

Η Διοικούσα Επιτροπή

Τα μέλη

Ηρακλής Ρεράκης, Αναπλ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Σωτήριος Μιχελουδάκης, Δικηγόρος-Θεολόγος, Μ.Δ.Ε. Νομικής, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογικής Α.Π.Θ.

Σταυρούλα Επιμενίδου, Θεολόγος, Μ.Δ.Ε. Θεολογίας, Υπ. Διδάκτωρ Θεολογικής Α.Π.Θ.

Κλεοπάτρα Καταφυγιώτου, Θεολόγος, φοιτήτρια Π.Μ.Σ. Θεολογικής Α.Π.Θ.

Αθανάσιος Δεβετζίδης, Αδιόριστος Θεολόγος, μεταπτυχιακός φοιτητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

Bασιλειάδης (Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ) προς Ντετζιόρτζιο (Φιλορθόδοξη Ενωση, "Κοσμάς Φλαμιάτος")


ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ:

Απάντηση του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας, καθηγητού

κ. Πέτρου Βασιλειάδη

στον Πρόεδρο της «Φιλορθοδόξου Ενώσεως» - «Κοσμάς Φλαμιάτος»,

εκδότη κ. Λαυρέντιο Ντετζιόρτζιο

"Αγαπητέ κ. Ντετζιόρτζιο,

Πήρα το ηλεκτρονικό σας μήνυμα με τίτλο "Εξωφρενικές θέσεις από εκπρόσωπο του Αρχιεπισκόπου Αθηνών!" και σας ευχαριστώ.

Προς αποκατάσταση όμως της αλήθειας - η οποία βάναυσα κακοποιείται από ορισμένους ομοϊδεάτες σας - οφείλω ως Πρόεδρος του τμήματος που διοργάνωσε την εν λόγω ημερίδα να σημειώσω τα ακόλουθα:

α. Η ημερίδα την οποία διοργάνωσε τον περασμένο μήνα το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ ήταν καθαρά επιστημονική και είχε στόχο να ανταλλάξουν απόψεις και να υποβάλουν κριτικά ερωτήματα οι συνάδελφοι καθηγητές προς τους άμεσα εμπλεκομένους συντελεστές του επίσημου θεολογικού διαλόγου της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας με την αντίστοιχη Ρωμαιοκαθολική. Δεν υπήρχαν "εκπρόσωποι" ούτε Εκκλησιών, ούτε ιδρυμάτων. Απλώς χαιρέτησαν την ημερίδα, όπως άλλωστε σημειώνεται και στο επίσημο πρόγραμμα, ο οικοδεσπότης του εκπαιδευτικού ιδρύματος στο οποίο έλαβε χώρα, Πρύτανης του ΑΠΘ καθ. κ. Αναστάσιος Μάνθος, και η διοργανούσα αρχή, ο Πρόεδρος δηλ.του Τμήματος (και συντάκτης αυτού του σημειώματος) καθ. κ. Πέτρος Βασιλειάδης. Αρκετοί ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος έστειλαν ευχετήριες επιστολές, ή επικοινώνησαν μαζί μου δηλώνοντας με λύπη ότι αδυνατούν να παρευρίσκονται στις εργασίες της, ευχόμενοι παράλληλα ευόδωση των εργασιών της. Κρίναμε ότι δεν θα έπρεπε να τις αναγνώσουμε, γιατί έτσι θα χαλούσαμε τον αυστηρά επιστημονικό χαρακτήρα της ημερίδας, μετατρέποντάς την σε κοσμικό-επικοινωνιακό γεγονός. Αυτό δεν το σεβάστηκαν - πάλι ορισμένοι από τους ομοϊδεάτες σας - επιχειρώντας να μετατρέψουν την αίθουσα από ακαδημαϊκό εργαστήρι σε...πολιτική συγκέντρωση, εν ονόματι μάλιστα της ... υπεράσπισης της Ορθοδοξίας. Γι' αυτό απευθύνθηκα σε σας για την επαναφορά τους στην αρμόζουσα σε ...Ορθοδόξους διαλεγομένους τάξη. Μάλιστα σας ευχαρίστησα για την παρέμβασή σας.

β. Ο π. Παύλος Κουμαριανός απλώς "χαιρέτησε" την ημερίδα εκ προσώπου του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου. Μάλιστα, επειδή δεν ήταν προγραμματισμένη καμιά επι πλέον προσφώνηση, ως πρόεδρος έκρινα ότι θα έπρεπε να ενημερώσω τους συμμετέχοντας συναδέλφους στην ημερίδα - πράγμα που έπραξα - και έπειτα να του δώσω κατ' εξαίρεση για ένα λεπτό το λόγο.

γ. Ό,τι ελέχθη στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια δηλ. της ημερίδας, ήταν ευθύνη αποκλειστικά των ιδίων. Ειδικά για την προσωπική παρέμβαση του π. Παύλου ειλικρινά δεν καταλαβαίνω την αντίδρασή σας, αφού επί της ουσίας συμφωνεί - σε ηπιώτερο βέβαια τόνο - με την...διακοπή κάθε διαλόγου πριν επέλθει - του Θεού συνεργούντος βέβαια - η πλήρης ένωση των εκκλησιών. Ευτυχώς που υπάρχει το απομαγνητοφωνημένο κείμενο, το οποίο μας στείλατε, και αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Τα περί intercommunion κλπ. που προβοκατόρικα ακούστηκαν από τους φωνασκούντες, που όπως θα διαπιστώσατε και εσείς δεν ήρθαν για να εκφράσουν την αγωνία τους για τα συζητούμενα (όπως εσείς και ορισμένες μοναχές), αλλά για να επιβάλουν ετσιθελικά την άποψή τους, και όπως ομολόγησαν ορισμένοι σε δημοσιογράφους για να διαλύσουν την εκδήλωση, αποδεικνύουν το επίπεδο διαλόγου εκ μέρους των.

δ. Επειδή, με αφορμή την ημερίδα, ήρθαν στην ηλεκτρονική (και όχι μόνο) επικαιρότητα φαινόμενα τα οποία υποκρύπτουν μια έντονα "μεσσαλιανική" νοοτροπία, και μάλιστα με την μορφή ατομικής υπογραφής (και δή ...από επισκόπους) "ομολογίας" πίστεως, πρακτική όλως αμάρτυρη στην Ορθόδοξη εκκλησιαστική μας παράδοση, με την οποία μάλιστα επιδιώκεται "γυμνή τη κεφαλή" απείθεια, όχι σε άτομα, όσο υψηλά και αν ίστανται στην εκκλησιαστική ιεραρχία (αυτό μπορεί να είναι με προϋποθέσεις συγγνωστό), αλλά στους βασικούς εκκλησιαστικούς θεσμούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας (πράγμα που υπό ορισμένες πρϋποθέσεις επισύρει ακόμη και καθαίρεση), σας επισυνάπτω ολόκληρη την απόφαση της Γ΄Προσυνοδικής σχετικά με τα υπό ... ηλεκτρονική συζήτηση θέματα. Να υπενθυμίσω ότι υπάρχει και άλλο κείμενο για τους διάφορους διμερείς διαλόγους
της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.

Η απόφαση αυτή της Γ΄ Πανορθόδοξης Προσυνοδικής Διάσκεψης, αν και δεν έχει ακόμη «κανονική ισχύ», μέχρι την ψήφισή της από την μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχουν εντούτοις, λόγω της φύσεως των θεμάτων, «άμεση εφαρμογή» (βλ. Επίσκεψις, 15.12.86, σελ. 9 υπ.).

ΕΠΙΣΥΝΑΠΤΟΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ*

1. Η Ορθόδοξη Εκκλησία με τη βαθιά της πεποίθηση και την εκκλησιαστική της αυτοσυνειδησία ότι αποτελεί τον φορέα και δίνει την μαρτυρία της πίστεως και της παραδόσεως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, πιστεύει ακράδαντα ότι κατέχει κεντρική θέση στην υπόθεση της προώθησης της ενότητας των Χριστιανών μέσα στο σύγχρονο κόσμο.

2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαπιστώνει ότι στη ροή της ιστορίας για πολλούς λόγους και με διάφορους τρόπους σημειώθηκαν πολλές και σημαντικές αποκλίσεις από την παράδοση της αδιαίρετης Εκκλησίας. Έτσι, στο χριστιανικό κόσμο εμφανίστηκαν αποκλίνουσες αντιλήψεις για την ενότητα και γι’ αυτή καθαυτή την ουσία της Εκκλησίας.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεμελιώνει την ενότητα της Εκκλησίας στο γεγονός της ιδρύσεώς της από τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και στην κοινωνία της Αγίας Τριάδος και των μυστηρίων. Η ενότητα αυτή εκφράζεται με την αποστολική διαδοχή και την πατερική παράδοση και βιώνεται μέχρι σήμερα σ’ αυτήν. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ως αποστολή και υποχρέωσή της να μεταδώσει σε όλο το χριστιανικό κόσμο την εν Αγία Τριάδι και Ιερά Παραδόσει αλήθεια, η οποία και προσδίδει στην Εκκλησία τον καθολικό χαρακτήρα της.
Η ευθύνη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπως και η οικουμενική αποστολή της για την ενότητα της Εκκλησίας, έχουν εκφρασθεί στις Οικουμενικές Συνόδους. Αυτές, ιδιαίτερα, πρόβαλαν τον υφιστάμενο άρρηκτο δεσμό μεταξύ της ορθής πίστεως και της μυστηριακής κοινωνίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία πάντοτε επιζητούσε να προσελκύσει τις διάφορες χριστιανικές εκκλησίες και ομολογίες σε μία από κοινού πορεία αναζήτησης της χαμένης ενότητας των χριστιανών με σκοπό να καταλήξουν όλοι στην ενότητα της πίστεως.

3. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, που αδιαλείπτως προσεύχεται «υπέρ της των πάντων ενώσεως», μετείχε στην οικουμενική κίνηση από την πρώτη της εμφάνιση και συντέλεσε στη διάπλαση και περαιτέρω εξέλιξη της. Άλλωστε η Ορθόδοξη Εκκλησία, εξαιτίας του οικουμενικού πνεύματος που την διακρίνει, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, πάντοτε αγωνιζόταν για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας. Γι’ αυτό και η ορθόδοξη συμμετοχή στην οικουμενική κίνηση δεν είναι καθό¬λου ξένη προς τη φύση και την ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά αποτελεί συνεπή έκφραση της αποστολικής πίστεως μέσα σε νέες ιστορικές συνθήκες και για την αντιμετώπιση νέων υπαρξιακών αιτημάτων.

4. Με αυτό το πνεύμα όλες οι κατά τόπους Αγιώτατες Ορθόδοξες Εκκλησίες μετέχουν σήμερα ενεργά σε διάφορα εθνικά, περιφερειακά και διεθνή όργανα της οικουμενικής κινήσεως, όπως και σε διάφορους διμερείς και πολυμερείς διαλόγους, παρά τις δυσκολίες και κρίσεις που κατά καιρούς εμφανίζονται για την ομαλή πορεία της κινήσεως αυτής. Αυτή η πολυδιάστατη οικουμενική δραστηριότητα πηγάζει από αίσθημα υπευθυνότητας και από την πεποίθηση ότι η συνύπαρξη, η αμοιβαία κατανόηση, η συνεργασία και οι κοινές προσπάθειες για τη χριστιανική ενότητα είναι ουσιώδη στοιχεία, «ινα μη εγκοπην τινα δωμεν τω ευαγγελιω του Χριστου» (Α΄ Κορ 9,12).

5. Ένα από τα κύρια όργανα της σύγχρονης οικουμενικής κινήσεως είναι και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ). Παρά το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβάνει στους κόλπους του όλες τις χριστιανικές εκκλησίες και ομολογίες και παρά το γεγονός ότι και άλλοι οικουμενικοί οργανισμοί διαδραματίζουν μία σημαντική αποστολή στην προώθηση της οικουμενικής κινήσεως ευρύτερα, το ΠΣΕ αντιπροσωπεύει σήμερα ένα συγκροτημένο οικουμενικό σώμα. Ορισμένες Ορθόδοξες Εκκλησίες υπήρξαν ιδρυτικά του μέλη και στη συνέχεια όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες έγιναν μέλη του. Όπως έχει δηλωθεί σε πανορθόδοξο επίπεδο (Δ' Πανορθόδοξη Διάσκεψη 1968) η Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί πλήρες και ισότιμο μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της συμβάλλει στην προαγωγή και ευόδωση του όλου έργου του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών.

6. Παρόλα αυτά, η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστή στην εκκλησιολογία της, την ταυτότητα της εσωτερικής της δομής και τη διδασκαλία της αδιαίρετης Εκκλησίας, αν και συμμετέχει στον οργανισμό του ΠΣΕ, με κανένα τρόπο δεν αποδέχεται την ιδέα της «ισότητας των ομολογιών» και με κανένα τρόπο δεν μπορεί να δεχθεί την ενότητα της Εκκλησίας σαν κάποια διομολογιακή προσαρμογή. Με το πνεύμα αυτό η ενότητα η οποία αναζητείται στο ΠΣΕ δεν μπορεί να είναι μόνο προϊόν θεολογικών συμφωνιών. Ο Θεός καλεί κάθε χριστιανό στην ενό¬τητα της πίστεως, που βιώνεται μέσα στα μυστήρια και την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

7. Οι Ορθόδοξες εκκλησίες-μέλη του ΠΣΕ αποδέχονται το άρθρο/βάση του καταστατικού και τους σκοπούς και τις ε¬πιδιώξεις του. Έχουν την βαθιά πεποίθηση ότι οι εκκλησιολογικές προϋποθέσεις της Δηλώσεως του Toronto (1950), που τιτλοφορείται «Η Εκκλησία, οι εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την Ορθόδοξη συμμετοχή στο Συμβούλιο. Όπως είναι αυτονόητο το ΠΣΕ δεν είναι, και σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να καταστεί, υπέρ-εκκλησία. «Σκοπός του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών δεν είναι να διαπραγματεύεται ενώ¬σεις μεταξύ των εκκλησιών, κάτι που μπορεί να γίνει μόνον από τις εκκλησίες, που ενεργούν με δική τους πρωτοβουλία, αλλά να φέρει τις εκκλησίες σε ζωντανή επαφή μεταξύ τους και να προάγει τη μελέτη και συζήτηση των ζητημάτων της χριστιανικής ενότητας» (Δήλωση του Toronto §2).

8. Θεολογικές μελέτες και άλλες δραστηριότητες προγραμμάτων του ΠΣΕ αποτελούν μέσα προσέγγισης των εκκλησιών. Ιδιαίτερα πρέπει να μνημονευθεί το έργο της «Παγκόσμιας Κινήσεως περί Πίστεως και Τάξεως», που συνεχίζεται στην επιτροπή «Πίστη και Τάξη». Επισημαίνεται ότι το κείμενο «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Λειτούργημα», που καταρτίστηκε από την επιτροπή αυτή με τη συμμετοχή και ορθοδόξων θεολόγων, δεν εκφράζει την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε πολλά σημεία κεφαλαιώδους σημασίας. Εντούτοις, αποτελεί σημαντικό βήμα στην ιστορία της οικουμενικής κινήσεως.

9. Το ΠΣΕ, όμως, ως όργανο των εκκλησιών-μελών του, δεν ασχολείται μόνο με τον διεξαγόμενο στο πλαίσιο της επιτροπής «Πίστη και Τάξη» πολυμερή διάλογο. Οι πολύπλευρες δραστηριότητές του στους χώρους του ευαγγελισμού, της διακονίας, της υγείας, της θεολογικής εκπαίδευσης, του διαθρησκειακού διαλόγου, της καταπολέμησης του φυλετισμού, της προώθησης των ιδεωδών της ειρήνης και της δικαιοσύνης, καλύπτουν ειδικές ανάγκες των εκκλησιών και του κόσμου σήμερα και παρέχουν ευκαιρία κοινής μαρτυρίας και δράσεως. Η Ορθόδοξη Εκκλησία εκτιμά την πολυδιάστατη αυτή δραστηριότητα του ΠΣΕ και στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της συνεργάζεται πλήρως στους προμνημονευθέντες τομείς.

10. Μετά την ΣΤ' Γενική Συνέλευση στο Vancouver δη¬μιουργούνται νέες προϋποθέσεις για μια περισσότερο σημαντική ορθόδοξη συμμετοχή στο συμβούλιο. Η εξισορρόπηση του θεολογικού και κοινωνικού έργου του συμβουλίου, που επιχειρήθηκε στο Vancouver, ανοίγει νέες προοπτικές διείσδυσης της ορθόδοξης θεολογικής σκέψης στη ζωή και τις δραστηριότητες του ΠΣΕ.

11. Αποτελεί, όμως, γεγονός ότι μία ουσιαστική ορθόδοξη μαρτυρία και η ιδιαίτερη θεολογική της συμβολή θα αποδυναμωθούν, εάν δεν βρεθούν μέσα στο ΠΣΕ οι αναγκαίες εκείνες προϋποθέσεις, οι όποιες θα παρέχουν στις Ορθόδοξες Εκκλησίες τη δυνατότητα να ενεργούν ισότιμα προς τα αλλά μέλη του ΠΣΕ με βάση τη δική τους εκκλησιολογική ταυτότητα, κάτι που δε συμβαίνει πάντοτε εξαιτίας των διαδικαστικών αρχών που διέπουν τη δομή και τη λειτουργία του ΠΣΕ. Τα ίδια ισχύουν και ως προς τη συμμετοχή και τη συνεργασία των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών με άλλους διαχριστιανικούς οργανισμούς, όπως το Συμβούλιο Ευρωπαϊκών Εκκλησιών (ΚΕΚ) και όποιο άλλο τοπικό ή περιφερειακό συμβούλιο στο οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να συνεργασθεί και να παράσχει τη μαρτυρία της.
Αναφορικά με τα όσα έχουν λεχθεί πιο πάνω, εκφράζεται ανησυχία ως προς τη συνεχιζόμενη διόγκωση του ΠΣΕ με την εισδοχή διαφόρων χριστιανικών κοινοτήτων ως νέων μελών του συμβουλίου, πράγμα που θα μειώσει μακροπρόθεσμα την ορθόδοξη παρουσία στα διάφορα διοικητικά και συμβουλευτικά σώματα του ΠΣΕ και θα αποβεί σε βάρος ενός υγιούς οικουμενικού διαλόγου μέσα στο συμβούλιο. Γι’ αυτό πρέπει να γίνουν νέες αναγκαίες ρυθμίσεις, έτσι ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία να μπορέσει να δώσει μέσα στο συμβούλιο τη μαρτυρία και τη θεολογική της συνεισφορά, που περιμένει απ’ αυτήν το ΠΣΕ, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί μεταξύ του ΠΣΕ και των Ορθοδόξων-μελών του (Desiderata Σόφιας).
12. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει συνείδηση του γεγονότος ότι η οικουμενική κίνηση προσλαμβάνει νέες μορφές, προκειμένου να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες και να αντιμετωπίσει τις νέες προκλήσεις στο σύγχρονο κόσμο. Στην πορεία αυτή είναι απαραίτητη η δημιουργική συμβολή και μαρτυρία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη βάση της αποστολικής της παραδόσεως και πίστεως. Ευχόμαστε όλες οι χριστιανικές εκκλησίες να εργαστούν από κοινού ώστε να έρθει γρήγορα η μέρα, κατά την οποία ο Κύριος θα εκπληρώσει την ελπίδα των εκκλησιών να γίνει «μια ποιμνη, εις ποιμην» (Ιω 10,16).

Σημεία που χρειάζονται άμεση προώθηση:

1. Είναι ανάγκη να βρεθούν εντός του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Εκ¬κλησιών και των άλλων διαχριστιανικών οργανισμών, οι αναγκαίες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δώσουν στις Ορθόδοξες Εκκλησίες τη δυνατότητα να ενεργούν ισότιμα με τα άλλα μέλη των πιο πάνω οργανισμών στη βάση της ιδιαίτερης εκκλησιολογικής τους ταυτότητας, πράγμα που συχνά δε συμβαίνει ε¬ξαιτίας των διαδικαστικών αρχών που διέπουν τη δομή και λει¬τουργία των πιο πάνω διεκκλησιαστικών οργανισμών.
Γι’ αυτό είναι αναγκαίο τόσο στο ΠΣΕ, όσο και στους άλ¬λους οργανισμούς, να γίνουν νέες αναγκαίες ρυθμίσεις, έτσι ώ¬στε η Ορθόδοξη Εκκλησία να μπορέσει να δώσει τη μαρτυρία και τη θεολογική της προσφορά, την οποία αναμένουν απ’ αυ¬τήν οι εταίροι της στην οικουμενική κίνηση.
Ιδιαίτερα ως προς τις σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλη¬σίας με το ΠΣΕ θα πρέπει να εφαρμοσθούν και τα αλλά σημεία από τα Desiderata της Σόφιας για τα όποια δε λήφτηκε ακόμη (δηλαδή πριν από τις αποφάσεις της Ειδικής Επιτροπής, σημ. εκδ.) μέριμνα.
2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία που συμμετέχει στον πολυμε¬ρή θεολογικό διάλογο που διεξάγεται στο πλαίσιο της Επιτρο¬πής «Πίστη και Τάξη» πρέπει να βρει τρόπους συντονισμού των προσπαθειών της, ιδίως σε ό,τι αφορά τα εκκλησιολογικά κριτήρια της συμμετοχής της στον πολυμερή αυτό διάλογο.

(Από το παράρτημα του βιβλίου μου ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ, εκδ. Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2007)

ΣΗΜ.

* Κείμενο-απόφαση της Γ΄ Πανορθόδοξης Προσυνοδικής Διάσκεψης. Σύμφωνα με απόφαση της Διάσκεψης αυτής τα κείμενα που παρατίθενται, αν και δεν έχουν ακόμη «κανονική ισχύ» μέχρι την ψήφιση τους από την μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εντούτοις, λόγω της φύσεως των θεμάτων, μπορούν να έχουν «άμεση εφαρμογή» (βλ. Επίσκεψις, 15.12.86, σελ. 9 υπ.) (σημ. εκδ.).
1. Στα επόμενα χρόνια προστέθηκε και το ενδιαφέρον για την οικολογία (και έτσι η επιτροπή μετονομάστηκε σε «Ειρήνη, Δικαιοσύνη και Ακεραιότητα της Δημιουργίας, JPIC), για την οποία ιδιαίτερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιδεικνύει αξιοθαύμαστη, πρωτοποριακή και αναγνωρισμένη διεθνώς δραστηριότητα (σημ εκδ.).
2. Το αίτημα αυτό των Ορθοδόξων επιτεύχθηκε με την υιοθέτηση των προτάσεων της Ειδικής Επιτροπής για τη Συμμετοχή των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ (βλ. Αναστασία Βασιλειάδου, Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ υπό το φως των αποφάσεων της Ειδικής Επιτροπής, Θεσσαλονίκη 2005) (σημ εκδ.).

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Παρέμβαση πανεπιστημιακών για το θρησκευτικό μάθημα


Ομάδα πρωτοβουλίας
πανεπιστημιακών καθηγητών

Αθήνα, 3 Ιουνίου 2009

Προς
τον Αξιότιμον Υπουργόν
Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων
Κύριον Άρην Σπηλωτόπουλο

Κύριε Υπουργέ,

Παρά τις προσπάθειες των εμπλεκομένων αρχών και προσώπων, οι ασάφειες και οι διισταμένες απόψεις γύρω από το μάθημα των θρησκευτικών συνεχίζονται. Αυτό οφείλεται εν πολλοίς στην άγνοια ή μη προσεκτική μελέτη των αποφύσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και των προβλημάτων που δημιουργούν. Για τον λόγο αυτό θεωρήσαμε χρήσιμο μια ομάδα πρωτοβουλίας επιστημόνων (μη θεολόγων) να διευκρινίσουμε ορισμένες πλευρές, ώστε ο διάλογος να μη είναι παράλληλος μονόλογος, και συγχρόνως να προτείνουμε αυτό που θεωρούμε αναγκαία εποικοδομητική λύση του ζητήματος. Με αυτόν τον τρόπο ούτε θα υπάρχει αντίθεση προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ, ούτε θα τίθεται εν αμφιβόλω ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του μαθήματος.

Με τιμή

Εκ μέρους της ομάδας πρωτοβουλίας πανεπιστημιακών καθηγητών

Νικήτας Αλιπράντης
τ. Καθηγητής Νομικής, Παν/μιο Θράκης
ομ. Καθηγητής Νομικής, Παν/μιο Στρασβούργου

Τερέζα Βολαλά-Πεντζοπούλου
ομ Καθηγήτρια Φιλοσοφικής Σχολής, Παν/μιο Θεσσαλονίκης
αντ. μέλας Ακαδημίας Αθηνών

Μαριάνος Καράσης
ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής, Παν/μιο Θεσσαλονίκης
αντ. μέλος Ακαδημίας Αθηνών

Ιωάννης-Σεραφείμ Μαρκαντώνης
ομ. Καθηγητής Παιδαγωγικής, Παν/μιο Αθηνών
Πρόεδρος Φιλολογικού ΣυλΛόγου Παρνασσός

Ιωάννης Πανούσης
Καθηγητής Εγκληματολογίας Παν/μιο Αθηνών
πρ. Πρύτανης Δημοκρίτειου Παν/μιου Θράκης

Εμμανουήλ Σαρρής
Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, Παν/μιο Θράκης
αντ. μέλος Ακαδημίας Αθηνών

Μερόπη Σπυροπούλου
ομ. Καθηγήτρια Οδοντιατρικής, Παν/μιο Αθηνών
τ. βουλευτής Επικρατείας

Στοιχεία επικοινωνίας: Δεξαμενής 12 Τ.Κ. 14563 Κηφισιά, Τηλ: 210 6202658, Φαξ : 210.6202556, e-mail: daliprantis2002@yahoo.gr


* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *


ΥΠΟΜΝΗΜΑ

Το μάθημα των θρησκευτικών
(το πρόβλημα και η λύση του)

Το μάθημα των θρησκευτικών δεν αφορά μόνο τους θεολόγους, ούτε ίσως μερικούς ειδικευμένους νομικούς. Αφορά όλη την ελλαδική κοινωνία, Έλληνες και μη. Το κείμενο αυτό προέρχεται από ομάδα πρωτοβουλίας επιστημόνων εκπροσώπων όλων σχεδόν των επιστημών, πλην της θεολογίας1. Σκοπό έχει να διευκρινισθούν καίριες πλευρές του θέματος, να αξιολογηθούν κριτικά ορισμένες απόψεις και αποφάσεις, και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής, ΕΔΔΑ), και να διατυπωθεί λύση για το μάθημα,

Α. Το μάθημα των θρησκευτικών και τα προβλήματα της απαλλαγής.

Είναι γνωστό ότι οι διαδοχικές εγκύκλιοι του Υπουργείου Παιδείας του 2008 έχουν δημιουργήσει το ερώτημα: το δικαίωμα απαλλαγής αφορά μόνο τους μη ορθοδόξους χριστιανούς ή όλους; Από την πλευρά τους ο Συνήγορος του Πολίτη και η Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχουν ταχθεί από το 2002 υπέρ της δεύτερης εκδοχής με απλή επίκληση λόγων συνειδήσεως των γονέων (η Αρχή αυτή κάνει λόγο και για λόγους πεποιθήσεων).
Είναι σημαντικό εν πρώτοις να επισημανθούν τα χαρακτηριστικά του μαθήματος που
θεωρείται ότι δικαιολογούν την δεύτερη άποψη.

1. Συνηθέστατα λέγεται ότι το μάθημα των θρησκευτικών είναι στην Ελλάδα ομολογιακό και σ' αυτόν τον χαρακτήρα του θεμελιώνεται το δικαίωμα απαλλαγής. Εδώ χρειάζονται μερικές διευκρινίσεις ώστε να αποφεύγονται οι πρόχειρες γενικεύσεις. Είναι γεγονός ότι στη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη που γνώρισε τις μακραίωνες διαμάχες ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών, όπου και όταν επικρατούσε μια μερίδα εγίνοντο οι περιβόητες «ομολογίες πίστεως» που ήταν η δημόσια παραδοχή της διδασκαλίας εκείνης. Από τότε στις ρωμαιοκαθολικές και στις προτεσταντικές κοινότητες μοιραία το μάθημα απέκτησε αυστηρό ομολογιακό-κατηχητικό χαρακτήρα, απέβλεπε δηλαδή στο να κάνει τους μαθητές καλούς προτεστάντες (λουθηρανούς, καλβινιστές κλπ,) ή καλούς ρωμαιοκαθολικούς, μ' άλλα λογία πιστά μέλη της κάθε εκκλησίας. Έτσι π.χ. μετά την επικράτηση του λουθηρανισμού στην Νορβηγία το μάθημα των θρησκευτικών έγινε καθαρά ομολογιακό, γι' αυτό και προβλέφθηκε εδώ και περίπου 150 χρόνια η απαλλαγή από αυτό των μη λουθηρανών μαθητών.

2. Στην Ανατολή, αντιθέτως, η ορθόδοξη πίστη υπήρξε πάντα (μετά την εικονομαχία) στοιχείο ενότητας των χριστιανικών πληθυσμών. Επομένως ο λεγόμενος ομολογιακός της χαρακτήρας (ο όρος είναι άγνωστος στο ελληνικό λεξιλόγιο) δεν έχει το ίδιο ιστορικό βάρος με τον αντίστοιχο δυτικοευρωπαϊκό όρο. Γι' αυτό και το μάθημα των θρησκευτικών δεν έχει αφ΄ εαυτού τον ομολογιακό-κατηχητικό χαρακτήρα που έχει στη δυτική Ευρώπη. Βεβαίως υπήρξαν στην Ελλάδα, από τον 19ο αιώνα, δυτικοευρωπαϊκές επιδράσεις που αλλοίωσαν το μάθημα επί μακρόν, με κατάληξη το αφηρημένο και αρνητικά ιδεολογικά φορτισμένο σχήμα του λεγόμενου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Σήμερα όμως το μάθημα εκθέτει την ορθόδοξη πίστη που είναι μια αναντίρρητη διάσταση της ελληνικής ιστορικής συνείδησης και παρέχει γνώσεις και αντικειμενικές πληροφορίες για τα άλλα θρησκεύματα και ομολογίες. Με άλλα λόγια έχει κατά βάση γνωστικό και όχι κατηχητικό χαρακτήρα, δεν επιδιώκει δηλαδή την αποδοχή από τους μαθητές της διδασκαλίας αυτής, αυτό που το ΕΔΔΑ αποκαλεί endoctrinement και ορθά επικρίνει κατά πάγια νομολογία2.
Η πείρα όλων πιστών και μη, μαρτυρεί ότι γενικά τα ελληνόπουλα δεν γίνονται συνειδητοί χριστιανοί με και από το σχολικό μάθημα των θρησκευτικών. Απλώς αυτό είναι στοιχεία της παιδείας τους. Το αν θα την δεχθούν ή όχι, αυτό είναι αποτέλεσμα άλλων παραγόντων. Αν δεν υπήρχε το μάθημα αυτό, θα είχε δημιουργηθεί ένα τεράστιο κενό παιδείας, όπως συνέβη στη Γαλλία, όπου από το 1905 καταργήθηκε κάθε θρησκευτική εκπαίδευση και οι νεαροί γάλλοι αγνοούσαν και την ύπαρξη του προσώπου του Ιησού Χριστού3.

3. Η ασάφεια και οι αντιγνωμίες στην Ελλάδα προέρχονται πρώτ' απ' όλα από το ζήτημα αν για την εξαίρεση μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών απαιτείται δικαιολόγηση ή αρκεί απλή επίκληση λόγων συνειδήσεως (οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση το μάθημα μετατρέπεται κατ' ουσίαν σε προαιρετικό, η δε άποψη άτι εξακολουθεί να έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα μόνο ως παιχνίδι λέξεων μπορεί να χαρακτηρισθεί.
Στο ζήτημα αυτό η θέση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν είναι ξεκαθαρισμένη και ομόφωνη4. Το θέμα της δικαιολόγησης ή μη της αίτησης απαλλαγής δίχασε πρόσφατα το Δικαστήριο σε μια σημαντική νορβηγική υπόθεση (Folgero5). Το δικαστήριο, με οριακή πλειοψηφία (9 προς 8), δέχθηκε ότι η απαίτηση δικαιολόγησης είναι αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής, ΕΣΔΑ). Με την απόφαση αυτή: το Δικαστήριο εμφανίσθηκε ασυνεπές προς τις δικές του ερμηνευτικές αρχές. Διότι, κατά την ΕΣΔΑ, το Κράτος υποχρεούται να παρέχει εκπαίδευση, αλλά και να σέβεται, στην εκπαιδευτική διαδικασία, τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων6. Το ΕΔΔΑ διασαφήνισε ήδη από το 1982 ότι «ο όρος 'πεποιθήσεις' δεν είναι συνώνυμος με απλές γνώμες ή ιδέες. Αναφέρεται σε απόψεις που έχουν ένα βαθμό ισχύος, σοβαρότητας, συνοχής και σημαντικότητας».7 Είναι σαφές ότι για να μπορέσει το Δικαστήριο να διαπιστώσει, κατά περίπτωση, αν υπάρχουν «πεποιθήσεις» με τα αναφερθέντα κριτήρια, θα πρέπει η αίτηση απαλλαγής να περιέχει κάποια δικαιολόγηση. Εν τούτοις στην απόφαση Folgero το Δικαστήριο παρέλειψε να ελέγξει αν υπάρχουν τα στοιχεία που συνιστούν «πεποιθήσεις». Και δέχθηκε μεν ότι «οι γονείς δεν είχαν υποβληθεί στην υποχρέωση να κοινοποιήσουν τις προσωπικές τους πεποιθήσεις ως τέτοιες»8 αλλά πρόσθεσε - κατά τρόπο αντιφατικό -ότι «ο κίνδυνος να αισθανθούν οι γονείς αναγκασμένοι να αποκαλύψουν ενδόμυχες (sic) πλευρές των θρησκευτικών και φιλοσοφικών τους πεποιθήσεων ενυπήρχε αναγκαία» στην απαίτηση δικαιολόγησης της αίτησης απαλλαγής!9

4. Αυτά σημαίνουν ότι η νομική κατάσταση σχετικά με την απαλλαγή είναι συγκεχυμένη και αμφισβητούμενη και στην 'μεγάλη' Ευρώπη. Πάντως η απλή επίκληση λόγων 'συνειδήσεως' - που αρκεί κατά τον Συνήγορο του Πολίτη - δεν είναι ταυτόσημη με την επίκληση «πεποιθήσεων», σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΔΑ. Διότι η «συνείδηση» εμπεριέχει πολλούς βαθμούς αυτεπίγνωσης, από την βαθύτερη μέχρι την πιο επιφανειακή, και επομένως είναι ως έννοια ελαστικότερη και ευρύτερη από τις «πεποιθήσεις».

Εκτός αυτού στο θέμα απαλλαγής από το μάθημα η αποφατική δήλωση πεποιθήσεων (του τύπου «δεν ανήκω στην τάδε κοινότητα») δεν είναι ούτε θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ίσης νομικής βαθύτητας και σημασίας με την θετική δήλωση οποιουδήποτε περιεχομένου.10 Διότι εάν για την απαλλαγή από το μάθημα απορριφθεί με απόλυτη συνέπεια και η απαφατική μη γνωστοποίηση πεποιθήσεων θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι και μόνο το γεγονός της αίτησης απαλλαγής σημαίνει καθ΄ εαυτό ότι ο αιτών δεν έχει τις πεποιθήσεις που διδάσκονται στο μάθημα και άρα συνιστά, εμμέσως πλην σαφώς, αρνητική γνωστοποίηση πεποιθήσεων. Και το άτοπο συμπέρασμα θα μπορούσε να είναι ότι κάθε αίτηση απαλλαγής αποκλείεται! Ιδού τα προβλήματα που δημιουργεί ήδη στο επίπεδο του ΕΔΔΑ το θέμα της απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών.

5. Εδώ πρέπει να επισημανθεί μία σημαντική ατέλεια της ίδιας της ΕΣΔΑ: Αναγνωρίζει αποκλειστικά στους γονείς το δικαίωμα να προσδιορίζουν την θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών τους σύμφωνα με τις δικές τους πεποιθήσεις και αγνοεί τελείως την θέληση των ίδιων των παιδιών. Τελικά, η ρύθμιση αυτή, ούτε την ελευθερία συνειδήσεως υπηρετεί, αφού ο γονέας είναι ενδεχόμενο να την προσβάλει στο πρόσωπο του παιδιού, προβάλλοντας τη δική του κοσμοθεωρία. Συμφωνότερο με τα δικαιώματα του ανθρώπου θα ήταν αν το δικαίωμα των γονέων να ζητήσουν εξαίρεση αναγνωριζόταν με την επιφύλαξη ότι ο μαθητής δεν θα εκφράσει αντίθετη θέληση, δηλαδή, την θέληση να παρακολουθήσει το μάθημα των θρησκευτικών. Μία εγκύκλιος που θα ελάμβανε υπόψη αυτή τη θέληση του μαθητή, δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί αντίθετη προς την ΕΣΔΑ.

Β. Το θρησκειολογικό μάθημα ως μη λύση.

Από διάφορες κατευθύνσεις προτάθηκε η αντικατάσταση του μαθήματος των θρησκευτικών όπως διδάσκεται σήμερα με τη διδασκαλία των ανά τον κόσμο θρησκευμάτων. Η πλέον ακραία πρόταση θέλει την αξιολογικά πλήρως ουδέτερη ισοπέδωση - χάριν «αντικειμενικότητας» - όλων των θρησκευμάτων, μια δεύτερη επιφυλάσσει απλώς κάποια ιδιαίτερη αναφορά στον χριστιανισμό και/ή στην ορθοδοξία.
Δεν θα σχολιασθεί η ευκολία με την οποία Έλληνες είναι πρόθυμοι να διαγράψουν ή να συρρικνώσουν ένα αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής ιστορικής αυτοσυνειδησίας, προβάλλοντας τις δικές τους προσωπικές απορριπτικές θέσεις και χωρίς αυτό να επιβάλλεται από νομική άποψη.

1. Η πρόταση αυτή είναι δημοκρατικά διαβλητή για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου η μεγάλη πλειονότητα των κατοίκων, ανεξάρτητα από τον πολιτικό τους προσανατολισμό, δέχεται την ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Ειδικότερα:

-Πρώτον, προδίδει επικίνδυνη, αν μη και υστερόβουλη, παιδαγωγική άγνοια, έστω και αν - ή ακριβώς επειδή! - προέρχεται ή εμπνέεται από όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης (την Κοινοβουλευτική Συνέλευση ή την ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας)11. Κι αυτό γιατί είναι φανερό ότι η εγκεφαλική περιήγηση στον δαιδαλώδη κόσμο των ανά τον κόσμο θρησκευμάτων και φιλοσοφικο-θρησκευτικών θεωριών μόνο σύγχυση και «ταραχήν εν κρανίω» θα προκαλούσε στους νεαρούς μαθητές. Όπως επισημαίνει έμπειρος παιδαγωγός «αν δεν θεωρητικολογούμε κι αν θέλουμε να έχουμε παιδευτικά αποτελέσματα, θα πρέπει να διδάξουμε τις αρχές και τα διδάγματα μιας συγκεκριμένης θρησκείας, αλλιώς 8α οδηγηθούμε σε γενικόλογες και δυσπρόσιτες φιλοσοφικές περί ηθικής θεωρίες ατόμων ή σε ξηρές περιγραφές των διαφόρων θρησκευτικών δογμάτων και μορφών λατρείας».

-Δεύτερον, επιδιώκοντας μέσα από την θρησκευτική αγωγή, την αξιολογικά «αντικειμενική» και πλήρη εξίσωση των θρησκειών «με κάθε ουδετερότητα»12, η άποψη αυτή δείχνει να μη συνειδητοποιεί ότι και αυτή η θέση έχει δεδομένο αξιολογικό και ιδεολογικό χαρακτήρα, όπως και κάθε άποψη σχετική με τις θρησκείες.

-Τρίτον, συγχέει τον αναγκαίο εκπαιδευτικό πλουραλισμό με την ισοπεδωτική μεταχείριση όλων των θρησκειών και την αντιμετώπιση τους, στην καλλίτερη περίπτωση κυρίως ως φορέων (ηθικών) αξιών13 παραγνωρίζοντας τον θεμελιακό υπαρξιακό τους χαρακτήρα. Θεωρεί' επ' πλέον ότι με το θρησκειολογικό μάθημα θα ενισχύεται η ανεξιθρησκία και το δημοκρατικό φρόνημα στις πλουραλιστικές και πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Ίσως αυτό να έχει κάποια βάση για κάποιες χώρες Σε χώρες πάντως όπως η Ελλάδα, το μάθημα των θρησκευτικών δεν εξέθρεψε ποτέ μισαλλοδοξία και φανατισμό και επομένως η δημοκρατική «κατήχηση» μέσω του θρησκειολογικού μαθήματος δεν έχει θέση.

2. Τέλος, το θρησκειολογικό μάθημα, με βάση το θρησκευτικό Φαινόμενο γενικά και τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου και με ιδιαίτερη αναφορά στον Χριστιανισμό και την Ορθοδοξία προτείνεται από μερικούς θεολόγους. Επικαλούνται γι΄ αυτό «τον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα» (sic) και νομίζουν ότι έτσι θα εξασφαλισθεί ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του για όλους τους μαθητές. Ίσως η σκέψη αυτή εξηγεί την εύκολη υιοθέτηση των επιχειρημάτων υπέρ του θρησκειολογικού μαθήματος και την εύκολη αποδοχή περιθωριοποίησης της ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς, και μάλιστα οπό θεολόγους, χωρίς, όπως ελέχθη, αυτό να επιβάλλεται νομικά.
Όσον αφορά την διασφάλιση του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μαθήματος, δηλαδή την κατάργηση της απαλλαγής απ' αυτό, η προαναφερθείσα απόφαση Folgero 14 έδωσε στην άποψη αυτή τη χαριστική βολή. Ας σημειωθεί ότι στην Νορβηγία με την μεταρρύθμιση του 1999 το μάθημα απέβαλε τον λουθηρανικό-κατηχητικό χαρακτήρα και απέκτησε γνωστικό θρησκειολογικό χαρακτήρα που επεκτάθηκε μάλιστα και στη φιλοσοφία- Απλώς προβλέφθηκε για τον διδάσκοντα να λαμβάνει ως αφετηρία την λεγόμενη ρήτρα του χριστιανικού προσανατολισμού της διδασκαλίας. Συγχρόνως προβλέφθηκε η δυνατότητα να απαλλαγεί ένας μαθητής από τα τμήματα εκείνα της διδασκαλίας για τα οποία οι γονείς του κρίνουν ότι αντιστοιχούν σε άλλη θρησκεία ή φιλοσοφία ζωής απ΄ αυτήν των ιδίων. Το ΕΔΔΑ στην απόφαση Folgero αρνείται και αυτήν την μερική απαλλαγή από το κατά Βάση θρησκειολογικό μάθημα και απαιτεί την ολική απαλλαγή εφ' όσον επιφυλάσσεται κάποια ιδιαίτερη θέση σε μία θρησκεία (εν προκειμένω στην χριστιανική).

3. Χαρακτηριστικό των ισοπεδωτικών αντιλήψεων που τείνουν να επικρατήσουν στο ΕΔΔΑ ως προς την θρησκευτική αγωγή είναι το εξής: Στην νεότερη απόφαση Ζengin 5 - έστω και αν αυτή αφορούσε το ειδικό τουρκικό νομικό καθεστώς - το Δικαστήριο παραπέμπει σε έκθεση για την Τουρκία της ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας (ECRI)16, την οποία υιοθετεί (παρ, 74). Στην έκθεση αυτή αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι «εάν πρόκειται πράγματι για μάθημα που αφορά τους διάφορους νομικούς πολιτισμούς, δεν θα είχε θέση ο περιορισμός του υποχρεωτικού χαρακτήρα του μόνο στους μουσουλμάνους». Μ΄ άλλα λόγια το Δικαστήριο περιβάλλει με το κύρος του την ακραία ισοπεδωτική αντίληψη ότι μόνο στο «απόλυτα ουδέτερο» θρησκειολογικό μάθημα δικαιολογείται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας για όλους. Το καίριο όμως ερώτημα, από την άποψη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που θέτει η αντίληψη αυτή είναι: θα μπορούσε να επιβληθεί ως υποχρεωτικό ένα μάθημα που θα περιοριζόταν σε μια ουδέτερη και άνευρη περιγραφή των ανά τον κόσμο θρησκειών, χωρίς δυνατότητα απαλλαγής για όσους δεν συμφωνούν με την απόλυτα ισοπεδωτική μεταχείρισή τους; Για όποιον έχει ουσιαστική ευαισθησία για τα δικαιώματα του ανθρώπου η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική.
Το συμπέρασμα είναι κατ' ανάγκην ότι ούτε το θρησκειολογικό μάθημα (με κάποια ειδική αναφορά σε μία θρησκεία) ούτε το «απόλυτο» θρησκειολογικό μάθημα εξασφαλίζουν τον υποχρεωτικό του χαρακτήρα. Για όλους αυτούς τους λόγους η λύση είναι αναγκαίο να αναζητηθεί σε ένα μάθημα που θα εστιάζεται όχι σε μία θρησκεία ως θρησκεία - με ό,τι αυτή εμπεριέχει ως προσωπικά «πιστεύω» -, αλλά σε μία συγκεκριμένη θρησκευτική κληρονομιά, εν προκειμένω την ορθόδοξη χριστιανική, ως αντικειμενικό δεδομένο. Έτσι το μάθημα δεν θα μπορούσε να μετατραπεί σε μάθημα ούτε θρησκειολογικό αυτέ πολιτισμικό, πράγμα που θα το εξέτρεπε από το καθ' αυτό αντικείμενο του.

Γ. Η πρόταση: Μάθημα ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς
(ως οικουμενικό μήνυμα).

1. Αφετηρία της πρότασης είναι ένα γεγονός ανεπίδεκτο αμφισβητήσεως: η Πολιτεία, κάθε Πολιτεία - εννοούμε δημοκρατικά καθεστώτα - στην παιδευτική της αποστολή, έχει την εξουσία και την υποχρέωση να διδάσκονται τα παιδιά, που φοιτούν στα σχολεία της χωράς, τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ιδιοπροσιωπία της χώρας, στο πλαίσιο της παρεχόμενης γενικότερης παιδείας. Η εξουσία και η υποχρέωση αυτή είναι αναφαίρετες και αναπαλλοτρίωτες και δεν έχουν καμία σχέση με το σύστημα σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας-θρησκείας. Επί πλέον κανένα διεθνές όργανο δεν μπορεί να τις θίξει όσο υπάρχουν επί μέρους Πολιτείες με συνείδηση της παιδευτικής τους αποστολής.
Στοιχείο συστατικό της ιδιοπροσωπίας της Ελλάδας είναι η ορθόδοξη χριστιανική κληρονομιά και επομένως αυτή ως μάθημα θα πρέπει να είναι στοιχείο του εκπαιδευτικού συστήματος. Όπως στο μάθημα της ιστορίας δίδεται προτεραιότητα στην ελληνική ιστορία, κατά τον ίδιο τρόπο και για τον ίδιο λόγο θα διδάσκεται η ορθόδοξη χριστιανική κληρονομιά ως τέτοια. Εδώ είναι θέμα πνευματικής ευθύτητας και εντιμότητας να αναχθούν όλοι υπεράνω των οποιωνδήποτε προσωπικών τους αντιλήψεων και να δεχθούν αυτό το αναμφισβήτητο αντικειμενικό δεδομένο, και όχι να κάνουν τα προσωπικά τους ‘πιστεύω» ανομολόγητο όχημα για την υποστήριξη λύσεων για το εξεταζόμενο θέμα.
Το μάθημα, αναμορφωνόμενο, θα παρέχει, σε γλώσσα λιτή και χωρίς θεολογικές κατασκευές, τις αναγκαίες γνώσεις για όλα τα στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής φυσιογνωμίας, παραλείποντας λεπτομέρειες που δεν έχουν σχέση μ' αυτήν, θα έχει ως κύριο περιεχόμενο τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής πίστης όχι ως θρησκείας αλλ' ως συστατικού της ορθόδοξης κληρονομιάς και παράδοσης. Θα αναφέρεται και στις ποικίλες πολιτιστικές της εκφάνσεις κατά τρόπο συγκεκριμένο από τη βυζαντινή εποχή μέχρι σήμερα, χωρίς εξωραϊσμούς και συγκαλύψεις, δηλαδή με πνεύμα κριτικό. Εννοείται ότι θα έχει διευρυμένο χαρακτήρα, όπως άλλωστε έχει και σήμερα, και θα παρέχει αντικειμενικές πληροφορίες και επαρκείς γνώσεις για την φυσιογνωμία των άλλων χριστιανικών ομολογιών (ρωμαιοκαθολικισμού και των διαφόρων εκδοχών του προτεσταντισμού) και των άλλων θρησκευτικών παραδόσεων, με τον αναγκαίο σεβασμό προς αυτές αλλά και επισημαίνοντας με νηφαλιότητα.

2. Με τα χαρακτηριστικά αυτά το μάθημα της ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς θα διδάσκεται ως υποχρεωτικό μάθημα για όλους τους μαθητές που φοιτούν σε ελληνικά σχολεία, και για τα παιδιά των μεταναστών οποιασδήποτε προέλευσης. Είναι στοιχειώδες – και δεν αποτελεί έλλειψη σεβασμού προς οποιεσδήποτε παραδόσεις ή πεποιθήσεις -, αφού διαμένουν στη χώρα μας, να μαθαίνουν ό,τι έχει σχέση με το περιβάλλον, θρησκευτικό και πολιτιστικό, στο οποίο ζουν. Βλέπουν εκκλησίες, εικόνες, όπως βλέπουν αρχαία μνημεία- είναι φυσικό και αναγκαίο να γνωρίζουν τι σημαίνουν όλα αυτά και ποιας παράδοσης είναι δημιουργήματα. Εάν ένας Έλληνας διέμενε π.χ. στην Ινδία, δεν θα ήταν φυσικό τα παιδιά του να μάθουν στο σχολείο ό,τι αφορά τις ινδικές θρησκευτικές παραδόσεις για να συνειδητοποιούν, αν μη τι άλλο, το περιβάλλον όπου θα ζούσαν; Είναι γνωστό ότι πολλοί Έλληνες ισραηλίτες γονείς ήθελαν και θέλουν τα παιδιά τους να παρακολουθούν το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία μας, άσχετα από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, ακριβώς για να γνωρίζουν το περιβάλλον στο οποίο ζουν.
Εξάλλου είναι γνωστό ότι την δική του παράδοση μπορεί καλλίτερα να συνειδητοποιήσει κανείς όταν γνωρίζει και άλλες παραδόσεις΄ και αντίστροφα μόνο όταν γνωρίζει κανείς καλά την ιδιοπροσωπία της χώρας του θα μπορεί καλλίτερα να καταλάβει ξένες θρησκευτικές και πολιτιστικές παραδόσεις και να τις παραβάλει με τις δικές του. Η γνώση επομένως της ορθόδοξης χριστιανικής κληρονομιάς όχι μόνο δεν αντιτίθεται στις απαιτήσεις του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας αλλ' ακριβώς τις θεμελιώνει. Γι' αυτό και ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του οχι μόνο δεν αναιρεί, αλλ' επισφραγίζει τον σεβασμό των οποιωνδήποτε διαφορετικών πεποιθήσεων. Κι αυτό, τόσο περισσότερο όσο ο ελληνικός χώρος ήταν πάντα ανοικτός σε ξένα ερεθίσματα και έχει γνωρίσει στη ιστορική του πορεία μακρά συνύπαρξη με αλλόφυλους κα αλλόθρησκους.

3. Άλλωστε η ορθόδοξη χριστιανική κληρονομιά ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της Ελλάδος και του ευρύτερου ελληνικού χώρου. Είναι κοινή στη Μ. Ανατολή, τη Ρουμανία, Σερβία, Βουλγαρία, Ρωσία, Γεωργία. Δεν γέννησε μόνο τους Έλληνες Πατέρες και αγίους αλλά, μεταξύ πλείστων άλλων, τον Ισαάκ τον Σύρο από το Κατάρ, που τον 7ο αιώνα προσδιόρισε τον λεπτότατο εξανθρωπισμό του ανθρώπου γράφοντας ότι έγκειται στο να «καίγεται η καρδιά του για όλη την κτίση, για τους ανθρώπου και τα ζώα... Από τη μεγάλη συμπόνια, η καρδιά του γίνεται ταπεινή και δεν μπορεί να αντέξει να ακούσει ή να δει να βλάπτεται ή να λυπάται, έστω και λίγο, ένα οποιοδήποτε πλάσμα»(Λόγος 81, 7).
Αυτή η κληρονομιά17 - είναι γενικά γνωστό - αποτελεί τον αντίποδα κάθε «μισαλλοδοξίας και σκοταδισμού» είναι ό,τι πιο οικουμενικό ανθρωπιστικό μήνυμα μπορεί να δοθεί στους μαθητές των ελληνικών σχολείων και δεν προσβάλλει τις οποιεσδήποτε πεποιθήσεις γονέων. Σε αυτόν τογ οικουμενικό πλούτο και της ορθόδοξης κληρονομιάς παραπέμπει με τα σημαδιακά του λόγια ο Οδυσσέας Ελύτης: «Είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγίνουμε οι Έλληνες Ευρωπαίοι. Με το να συνεισφέρουμε και όχι να δανειζόμαστε... Με σεβασμό προς τις κατακτήσεις των άλλων, αλλά και με τη συνείδηση του πλούτου που ένας κρυφός αγωγός εκχύνει αδιάκοπα μέσα μας».

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

Παραπομπές:

1. Ο λόγος αυτής της εξαίρεσης έγκειται στο ότι η συμμετοχή των θεολόγων θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε λόγους προάσπισης επαγγελματικών συμφερόντων.

2. Ήδη από το έτος 1976, στην απόφαση Kjelasen, Busk Madsen και Pedersen. Ο όρος endocrtrinement θα μπορούσε να αποδοθεί ελληνικά ως προσηλυτιστική κατήχηση ή ως επηρεασμός και εγκλωβισμός οε μία διδασκαλία.

3. Χαρακτηριστικά έγραφε ο Γιάννης Τσαρούχης ότι νεαρός, που είδε σε προβαλλόμενη ταινία στην τηλεόραση την μορφή του Χριστού, ερώτησε: «Ποιος είναι αυτός ο κύριος;» Αυτό δεν είναι έλλειψη πίστης, είναι απλώς απαδευσία.

4. Αν εξαιρεθεί ένα σημείο το οποίο με βεβαιότητα θεωρείται αντίθετο με την ΕΣΔΑ, δηλαδή όταν η απαλλαγή επιτρέπεται με την θετική δήλωση άλλου θρησκεύματος από το διδασκόμενο, όπως στην υπόθεση Ζengin κατά Τουρκίας, απόφαση 9 Οκτωβρίου 2007, όπου η απαλλαγή προβλεπόταν για τους χριστιανούς και ισραηλίτες (chretiens et juifs).

5. Απόφαση Folgero κατά Νοοβηγίας {διευρυμένη σύνθεση, Grande Chambre), 29 Ιουνίου 2007.

6. Άρθρο 2 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

7. Απόφαση Campbell et Cosans, 25 Φεβρουαρίου 1982 (νομολογία παγιωθείσα),

8. Πράγματι, κατά τον νορβηγικό νόμο, θα ασκούσε π δήλωση ότι δεν ανήκουν στη λουθηρανική Εκκλησία.

9. Η μειοψηφία των 8 δικαστών εκτενώς επεσήμανε τις νομικές αδυναμίες της απόφασης.

10. Ερμηνεύοντας το όρθρο 9 (ελευθερία συνειδήσεως και θρησκείας) της ΕΙΔΑ το ΕΔΔΑ αναγνώρισε το δικαίωμα μη γνωστοποίησης, και αποφατικά, της θρησκείας (Απόφαση Αλεξανδρίδη κατά Ελλάδος, 21 Φεβρουαρίου 2006). Ας μη παραγνωρίζεται; όμως, ότι αυτό έγινε σε υπόθεση δικαστικού όρκου, όπου επρόκειτο για άσκηση αυτοτελούς δικαιώματος, και όχι για άρση έννομης υποχρέωσης εκπαίδευσης) που είναι κατ' ουσίαν το λεγόμενο δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα. Περαιτέρω ανάπτυξη του θέματος αυτού θα ξέφευγε από το πλαίσιο ταυ παρόντος υπομνήματος.

11. Οι αποφάσεις, συστάσεις ή εκθέσεις των οργάνων αυτών ούτως ή άλλως δεν έχουν καμιά δεσμευτική ισχύ και απλώς αναφέρονται εδώ, επειδή πρόσφατα παρέπεμψε σ' αυτές το ΕΔΔΑ στην προαναφερθείσα απόφαση Ζengin (βλ. υποσημ 4).

12. Σύσταση Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης 1720 (2005), παρ. 14.2

13. Σύσταση Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης 1396 (1999), παρ. 13, ii, a, ιδίως στη δυτική
Ευρώπη είναι πολύ διαδεδομένη η χρησιμοθηρική αντίληψη ότι κάθε θρησκεία είναι στην ουσία της κάποια ηθική, κανόνες, και δη και εξωτερικοί κανόνες συμπεριφοράς, που επιχειρεί να «κάνει τους ανθρώπους καλλίτερους» διοχετεύοντας κάποιες αξίες. Ο ρόλος της θρησκείας, σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, παραπέμπει ατούς «Βαρβάρους» του Καβάφη, οι οποίοι «ήταν υια κάποια λύση»! Είναι εντυπωσιακή η άγνοια ή αγνόηση της υπαρξιακής νοηματοδότησης της ζωής ως πανανθρώπινης πρωταρχικής ανάγκης.

14. Βλ υποσημ. 5.

15. Απόφαση Ζengin κατά Τοιρκίας (υποσημ. 4,), που πάντως ελήφθη ως τμήμα (section), δηλαδή όχι ως διευρυμένη σύνθεση.

16. Έκθεση ECRI, 15 Φεβρουαρίου 2005.

17. Ας σημειωθεί ότι επιστημονικό περιοδικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου ονομάζεται «Κληρονομιά» (εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη), όπως και η Ακαδημία Αθηνών εστιάζει την προσοχή της στην «γλωσσική μας κληρονομιά».
****************************
Mια άλλη - για το ίδιο θέμα - εξαιρετική παρέμβαση:
Kαι μια εξαιρετική επιστολή για το θέμα που θίγει η παρέμβαση των πανεπιστημιακών, η οποία δημοσιεύθηκε στο πλαίσιο ρεπορτάζ για το ίδιο θέμα στη Πύλη Εκκλησιαστικών Ειδήσεων http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=234 και την οποία υπογράφει ο ιερέας - θεολόγος π. Κωνσταντίνος Νευροκοπλής:

"Είναι απορίας άξιο το γιατί άνθρωποι οι οποίοι δεν φέρουν την παιδεία και το χάρισμα του θεολόγου μπορούν να διαθέτουν διορατικότητα υψηλότερη των "ειδημόνων". Το μάθημα αποκαλείται από όλους μας : "θρησκευτικά". Η ίδια η γλώσσα μας οδηγεί στον ορισμό του περιεχομένου. Άλλο θρησκευτικά και άλλο κατηχητικό. Επίσης άλλος φορέας η Πολιτεία και άλλος η Εκκλησία. Οι καθηγητές θεολόγοι σπούδασαν σε Πανεπιστημιακές Σχολές της Πολιτείας, διορίστηκαν από την Πολιτεία, μισθοδοτούνται από την Πολιτεία και διδάσκουν κατά το αναλυτικό πρόγραμμα της Πολιτείας. Το περιεχόμενο και η ταυτότητα τους ορίζεται επομένως από την Πολιτεία. Δεν γνωρίζω το πως κάποιοι οικειώθηκαν τον τίτλο του "ομολογητή" που εργάζεται "ομολογιακά" και εμπνέει "ομολογητές". Προφανώς ζώντας σε έναν τόπο όπου π.χ. ένας καθηγητής ιστορίας διδάσκει το μάθημα του κατά τις πολιτικές του πεποιθήσεις ή μια διευθύντρια αποφασίζει με τον σύλλογο καθηγητών πως μπορούν να αντικαθιστούν στην πρωινή προσευχή το "Πάτερ ημών" με ποίημα -του κατά τα άλλα σεβαστού- κ.Ρίτσου, δεν κάνει εντύπωση το να φαντάζονται κάποιοι πως διδάσκουν "ομολογιακό" μάθημα... Η Πολιτεία έχει την υποχρέωση να υπερασπιστεί από την μια την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα αυτού του τόπου απέναντι σε όλες τις φωνές αποδόμησης της, διδάσκοντας στα παιδιά της, στα ελληνόπουλα και στα παιδιά που εκκινούν από άλλες παραδόσεις, την ιδιοπροσωπεία αυτής της χώρας. Από την άλλη πρέπει η Πολιτεία να προστατεύσει τα παιδιά από όλους όσους έχουν πάρει πολύ προσωπικά το θέμα της παιδείας και το θεωρούν περίπου οικόπεδο των δικών τους πεποιθήσεων. Η διδασκαλία της ορθόδοξης παράδοσης μέσα στο πλαίσιο της Ελληνικής κληρονομιάς ορίζει έναν πολύ σαφή και ευδιάκριτο χώρο για την διδασκαλία του μαθήματος. Μαθαίνοντας την θρησκευτική ταυτότητα του τόπου σου μαθαίνεις ένα πολύτιμο κομμάτι που αφορά στην ιστορία της ύπαρξης σου, ενώ μαθαίνοντας στοιχεία των άλλων πνευματικών παραδόσεων διδάσκεσαι όχι μόνον το πως να υπάρχεις αλλά και το πως να συνυπάρχεις με τους άλλους, όχι επάνω στην βάση της πίστης αλλά της Παράδοσης. Η πίστη δεν αφορά μήτε τους "ινστρούκτορες" της θρησκευτικής προπαγάνδας, μήτε τους "ινστρούκτορες" της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας, αλλά την βούληση του κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να δεί την υπόσταση του διευρυνόμενη από τα όρια της Πολιτείας, της οποίας όμως σέβεται και τηρεί τούς νόμους. Η πολιτεία έχει πολίτες ενώ η Εκκλησία έχει υιούς, ως εκ τούτου είναι αδόκιμο το να απαιτούμαι προαιρετικότητα από την Πολιτεία-αυτό είναι προνόμιο της Εκκλησίας-αλλά τήρηση από όλους κοινών αρχών βίου και παιδείας".

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

Mια ενδιαφέρουσα πρόταση για το θρησκευτικό μάθημα

ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ

ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Από το αγαπητό συνάδελφο Σπυρίδωνα Παπακωστόπουλο, καθηγητή του 1ου Γ/σιου και Λυκείου Βούλας ν. Αττικής, λάβαμε και ευχαρίστως δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή:

Αγαπητοί συνάδελφοι, με την παρούσα παρέμβασή μου επιδιώκω να συνεισφέρω, γόνιμα και καλοπροαίρετα, στο αδιέξοδο της πορείας του θρησκευτικού μαθήματος, όπως, τουλάχιστον, μέχρι τώρα, φαίνεται να υπάρχει. Έτσι, λοιπόν, καταθέτω συγκεκριμένη πρόταση για το μάθημά μας ελπίζοντας στο καλύτερο για όλους μας, δηλαδή τόσο για τους μαθητές όσο και για τους εκπαιδευτικούς θεολόγους.

Η πρότασήμου, κατ' αρχήν, κινείται σε τρεις βασικούς άξονες:

1) καμμία απαλλαγή σε κανέναν μαθητή ,

2) συνύπαρξη δύο θρησκευτικών μορφωμάτων, δηλαδή αυτού που αφορά, κατ' αποκλειστικότητα, στη συνείδηση του Ορθοδόξου και αυτού που σχετίζεται με τον ετερόδοξο, αλλόθρησκο ή θρησκευτικά αδιάφορο και

3) η παράλληλη πορεία ενός θρησκευτικά ουδέτερου μαθήματος και ενός εντοπισμένου στα βασικά στοιχεία, που συνθέτουν την θρησκευτική ιδιοσυστασία του ελληνικού λαού, κατά πλειοψηφία (ορθόδοξη χριστιανική παράδοση), όπου και τα δύο θα βαθμολογούνται κανονικά και ας επιλέγει ο καθένας μεταξύ δύο εναλλακτικών υποχρεωτικών θρησκευτικών μαθημάτων.

1) Στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση: η πρόκληση έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Οι ώρες των θρησκευτικών αντικαθίστανται κατά 90% από άλλα μαθήματα, κυρίως μαθηματικά. Φρονώ ότι, όπως ακριβώς διορίζονται συνάδελφοι άλλων ειδικοτήτων για να διδάξουν: μουσική, ξένη γλώσσα και γυμναστική, το ίδιο πρέπει, αναλογικά, να συμβεί και με την ειδικότητα του θεολόγου. Όμως, αγαπητοί μου, τουλάχιστον σε επίπεδο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης θέλω και αυτός που φιλοξενώ (π.χ. ο αλλοδαπός) ή και αυτός που προέρχεται από ένα οικογενειακά αποχρωματισμένο θρησκευτικό περιβάλλον, να γνωρίσουν ένα από τα βασικά στοιχεία του πολιτισμού μου, που είναι και η πίστη μου. Ο αλλοδαπός ας με γνωρίσει σε επίπεδο, έστω και αδιάφορης, διαπολιτισμικής προσέγγισης, ο δε θρησκευτικά αδιάφορος ας αρκεστεί (=βλέπε κυρίως γονείς του μαθητή) σε επίπεδο άντλησης επιχειρημάτων, προκειμένου, στο μέλλον, να με αντικρούσει.

2) Στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση:

- Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ: το βιβλίο ως έχει για τους ορθοδόξους ή και για όποιον άλλον, μακάρι, ήθελε να παρακολουθήσει/ θρησκευτικά ουδέτερο: ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

- Β' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ: το βιβλίο ως έχει για τους ορθοδόξους ή για όποιον θα επιθυμούσε να βρει εφαρμογή στη ζωή του το "έρχου και ίδε"/θρησκευτικά ουδέτερο: "Ο ΝΑΟΣ ΩΣ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΣΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΟΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ"

- Γ' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ: το βιβλίο ώς έχει (χωρίς να αποκλείονται και κάποιες επιμέρους βελτιώσεις) /θρησκευτικά ουδέτερο: "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΒΑΣΙΚΩΝ ΜΟΝΟΘΕΙΣΤΙΚΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ (ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ, ΙΟΥΔΑΙΣΜΟΣ, ΙΣΛΑΜ)

- Α' ΛΥΚΕΙΟΥ: αντικαθίσταται το υπάρχουν από: ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ (Α ΜΕΡΟΣ)/θρησκευτικά ουδέτερο: ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ

- Β' ΛΥΚΕΙΟΥ: ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ (Β ΜΕΡΟΣ - ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ)/θρησκευτικά ουδέτερο: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ (ΙΕΡΟ, ΑΓΙΟ, ΛΥΤΡΩΣΗ, ΘΑΝΑΤΟΣ)

- Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ: ένα κοινό μάθημα για όλους: ΒΙΟΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ.

Εύχομαι αγαπητοί συνάδελφοι να μην αντιμετωπίζουμε αδιάφορα την όποια πρόταση κατατίθεται, αλλά να αποτελεί το έναυσμα ενός γόνιμου και ειλικρινούς διαλόγου, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι: "ΕΝΟΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΠΟΙΚΙΛΙΑ".

Με απέραντη εκτίμηση τόσο προς τους συμφωνούντες όσο και προς τους διαφωνούντες

Παπακωστόπουλος Σπυρίδων

(θεολόγος 1ου Γυμνασίου Βούλας/ 1ου Γενικού Λυκείου Βούλας)

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Kατατακτήριες εξετάσεις πτυχιούχων στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ




ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ


Πληροφορίες: Ε. ΠΑΥΛΙΔΟΥ – ΒΑΡΝΑΒΑ
Τηλέφωνο: 99 69 80 FAX 996991
Email : info@theo.auth.gr

Ύλη κατατακτηρίων εξετάσεων πτυχιούχων A.E.I. ,TEI, Κ.Α.Τ.Ε.Ε. διετούς φοίτησης και λοιπών Ανωτέρων Σχολών για το ακαδημαϊκό έτος 2009-2010.
ΜΑΘΗΜΑΤΑ:

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ:
Εισαγωγικά στοιχεία για όλα τα βιβλία της Π. Διαθήκης. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουν τα πορίσματα της σύγχρονης επιστήμης για θέματα που σχετίζονται με την ονομασία, το χρόνο συγγραφής, τη σύνθεση, την ένταξη στον κανόνα, το περιεχόμενο και τη θεολογία τους.
Βοήθημα: Δ. Καϊμάκης, Σύντομη Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη (εκδόσεις SIMBO)
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ:
α. Ιστορία του χειρόγραφου κειμένου της Κ.Δ.. (τα σπουδαιότερα χειρόγραφα,
αρχαίες μεταφράσεις, παραθέσεις βιβλικές στους πατέρες της εκκλησίας).
β. Ιστορία του έντυπου κειμένου της Κ.Δ. (Έκδοση Εράσμου, Πολύγλωσση Κομπλουτιανή, Textus Receptus,κριτικές εκδόσεις 18ου και 19ου αιώνα, Πατριαρχική έκδοση του 1904).
γ. Κριτική του κειμένου της Κ.Δ.
δ. Ιστορία της συγκροτήσεως του «κανόνα» της Κ.Δ..
ε. Η γλώσσα της Κ.Δ.
στ. Εισαγωγή στα 27 βιβλία της Κ.Δ. (περιεχόμενο, συγγραφέας, χρόνος και τόπος συγγραφής, ιδιαίτερα προβλήματα του κάθε βιβλίου).
ζ. Νεοελληνικές μεταφράσεις της Κ.Δ.
Βοήθημα: Ι. Καραβιδόπουλος, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη (εκδόσεις Π. Πουρναρά).

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ:
Δ. Α. Κούκουρα
1. –Τι είναι εγκυκλοπαίδεια της θεολογίας
- Η σχέση της με την εγκύκλιο παιδεία και την εγκυκλοπαιδεία
2. – Η Εισαγωγή στη Θεολογία και η ιστορία της
- Τι σημαίνει ο όρος «Θεολογία»
3 Οι Θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα
4 Η προσφορά της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης
5 Το μέλλον της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο
6 Η δυναμική και η στατική θεώρηση της Θεολογίας
7 Ο σύγχρονος θεολογικός λόγος
Βοήθημα:, Εισαγωγή στη Θεολογία, εκδόσεις Κορνηλία Σφακιανάκη, Θεσ/νίκη 2004 Κεντρική διάθεση: Μητροπόλεως 129, τηλ. 2310/239836. Οι υποψήφιοι οφείλουν να γνωρίζουν καλά το Α΄ μέρος. Τα κείμενα σύγχρονου θεολογικού προβληματισμού που παρατίθενται στο Β΄ μέρος οφείλουν να τα μελετήσουν με προσοχή, ώστε να μπορούν να απαντήσουν συνδυαστικά σε ερωτήσεις κρίσεως.
Υποβολή αιτήσεων : 1-15/ 11 / 2009 με συνημμένο αντίγραφο πτυχίου.
Ημερομηνία εξετάσεων: 1-10 / 12 / 2009

ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Aποφάσεις για την Διασπορά


Ανακοινωθέν της Δ' Προσυνοδικής Πανορθόδοξης Διάσκεψης και του Προέδρου της, Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη

Η Δ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψις, συγκληθείσα υπό της Α.Θ. Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, τη συμφώνω γνώμη των Μακαριωτάτων Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, εκφρασθείση κατά τήν ἐν Φαναρίω από 10ης έως 12ης Ὀκτωβρίου 2008 Ιεράν Σύναξιν αὐτων, συνήλθεν εἰς τό εν Σαμπεζύ Γενεύης Ορθόδοξον Κέντρον του Οικουμενικού Πατριαρχείου ἀπό 6ης μέχρι 12ης Ιουνίου 2009.
Αι εργασίαι της Διασκέψεως ήρξαντο διά Πανορθοδόξου Θείας Λειτουργίας κατά τήν ἡμέραν της Πεντηκοστής, διεξήχθησαν δέ υπό τήν προεδρίαν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ιωάννου, εκπροσώπου του Οἰκουμενικου Πατριάρχου, τη συνδρομη καί του Γραμματέως επί της προπαρασκευῆς της Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἑλβετίας κ. Ἱερεμίου. Εἰς τάς εργασίας της Διασκέψεως (φωτ.) συμμετέσχον εκπρόσωποι πασών των Αὐτοκεφάλων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιων, τη προσκλήσει της Α.Θ. Παναγιότητος του Οἰκουμενικου Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου.

Οἱ Προκαθήμενοι των κατά τόπους Ορθοδόξων Ἐκκλησιών απέστειλαν χαιρετισμούς εις τούς συμμετέχοντας της Διασκέψεως διά μηνυμάτων ή καί διά των ἐκπροσώπων αὐτων. Τά μέλη της Διασκέψεως απέστειλαν τηλεγραφήματα πρός πάντας τούς Προκαθημένους των κατά τόπους Ἐκκλησιων, ἐξαιτούμενοι τάς προσευχάς καί τάς εὐλογίας αυτών διά τό προκείμενον αυτοις έργον. Θέμα της Δ’ Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως ήτο, συμφώνως πρός τήν βούλησιν των Προκαθημένων καί των Αντιπροσώπων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιων, εκφρασθείσαν εἰς τό Μήνυμα της εν Φαναρίῳ Ιεράς Συνάξεως αὐτών (Ὀκτώβριος 2008), η συζήτησις επί του ζητήματος της κανονικής οργανώσεως της Ορθοδόξου Διασποράς.

Η σχετική απόφασις περί της ημερησίας διατάξεως ελήφθη υπό της Διασκέψεως κατά τήν έναρξιν των εργασιών αυτής.Η Διάσκεψις εξήτασε τά υπό της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Επιτροπής προετοιμασθέντα κείμενα εις τάς εν Σαμπεζύ συνελεύσεις αυτής, ητοι α) από 10ης εως 17ης Νοεμβρίου 1990 καί β) από 7ης εως 13ης Νοεμβρίου 1993, ως επίσης καί τό κείμενον του εν Σαμπεζύ συγκληθέντος Συνεδρίου Κανονολόγων από 9ης μέχρι 14ης Ἀπριλίου 1995. Τα κείμενα ταυτα, εις τά οποία εγένοντο διευκρινήσεις, συμπληρώσεις, διορθώσεις καί προσθήκαι, ενεκρίθησαν ομοφώνως.Η Διάσκεψις εξέφρασε τήν κοινήν βούλησιν πασών τών Ορθοδόξων Εκκλησιών διά τήν επίλυσιν του προβλήματος της κανονικής οργανώσεως της Ορθοδόξου Διασποράς, συμφώνως πρός τήν εκκλησιολογίαν, τήν κανονικήν παράδοσιν καί πράξιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Η Διάσκεψις απεφάσισε τήν ίδρυσιν νέων Επισκοπικών Συνελεύσεων εις ωρισμένας περιοχάς του κόσμου διά τήν διευθέτησιν του ζητήματος της Διασπορας, ήτοι των εκτός των παραδοσιακών ορίων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών εγκατεστημένων ορθοδόξων πιστών. Πρόεδροι των Συνελεύσεων είναι οι πρώτοι των εν τη περιοχή εκείνη επισκόπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εν απουσία δέ αυτων οι επόμενοι κατά τήν τάξιν των Διπτύχων των Εκκλησιών. Μέλη των Συνελεύσεων τούτων είναι πάντες οι υπό πασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών ανεγνωρισμένοι ως κανονικοί επίσκοποι, οι οποίοι ποιμαίνουν τάς εις εκάστην περιοχήν υφισταμένας κοινότητας. Αποστολή των Επισκοπικών Συνελεύσεων είναι η ανάδειξις καί προαγωγή της ενότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η κοινή ποιμαντική διακονία των ορθοδόξων πιστών της περιοχής καί η από κοινου μαρτυρία αυτών πρός τόν κόσμον. Αι αποφάσεις των Επισκοπικών Συνελεύσεων λαμβάνονται επί τη βάσει της αρχής της ομοφωνίας τών Εκκλησιών, αι οποίαι εκπροσωπούνται εις αυτάς δι’ επισκόπων.Η Διάσκεψις ενέκρινεν επίσης διά διευκρινήσεων, διορθώσεων καί συμπληρώσεων τό σχέδιον Κανονισμού λειτουργίας των Ἐπισκοπικών Συνελεύσεων, διά του οποίου καθορίζονται αι βασικαί αρχαί οργανώσεως καί λειτουργίας αυτών.

Τά υπολειπόμενα θέματα της Αγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ήτοι του τρόπου ανακηρύξεως του Αυτοκεφάλου καί του Αυτονόμου, ως καί της τάξεως των Διπτύχων, θά εξετασθουν υπό των επομένων Συνελεύσεων των Διορθοδόξων Προπαρασκευαστικών Ἐπιτροπών καί θά υποβληθούν εις τάς επομένας Προσυνοδικάς Πανορθοδόξους Διασκέψεις πρός έγκρισιν.
Ἐν Σαμπεζύ Γενεύης, τῇ 12ῃ Ἰουνίου 2009.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Διασκέψεως
Ο Περγάμου Ιωάννης

* * * * * * * * * * * * * * * *

Σημειώνεται ότι εκ μέρους της Εκκλησίας της Ελλάδος συμμετείχαν στη Διάσκεψη οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Περιστερίου κ. Χρυσόστομος και Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιος, ενώ την πανεπιστημιακή κοινότητα εκπροσώπησε ο ελλογιμώτατος Καθηγητής Δογματικής Θεολογίας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ κ. Γεώργιος Μαρτζέλος.

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Eπιμορφωτικό σεμινάριο για θεολόγους εκπαιδευτικούς


ΣΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΤΗΣ
ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ, ΣΤΟ ΒΟΛΟ

Πρόγραμμα επιμόρφωσης

θεολόγων εκπαιδευτικών

* Υπό την αιγίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου – Θα δοθούν Βεβαιώσεις στους συμμετέχοντες

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών στην προσπάθειά της να ανταποκριθεί στις αυξημένες επιμορφωτικές ανάγκες των εκπαιδευτικών θεολόγων διοργανώνει επιμορφωτικό σεμινάριο που θα πραγματοποιηθεί στην έδρα της Ακαδημίας, στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, στο Βόλο, από το απόγευμα της Παρασκευής 28 έως το μεσημέρι της Δευτέρας 31 Αυγούστου 2009, με θέμα: «Δημιουργική και επικοινωνιακή διδασκαλία στο μάθημα των Θρησκευτικών». Το σεμινάριο τελεί υπό την αιγίδα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου. (Θα δοθούν βεβαιώσεις). Ο αριθμός των συμμετεχόντων είναι περιορισμένος.

Το σκεπτικό

Είναι γενικότερη η τάση της σύγχρονης Διδακτικής να προσδιορίζει τη διδασκαλία με όσο ευρύτερο τρόπο γίνεται, έχοντας προσθέσει στο παραδοσιακό «διδακτικό τρίγωνο» (δάσκαλος - μαθητής - αντικείμενο μάθησης) και αυτό του διδακτικού πλαισίου, της συνάφειας δηλαδή (context) μέσα στην οποία συντελείται η επικοινωνία των παραπάνω στοιχείων. Καθώς η διδασκαλία έχει αναδειχθεί ως μια κατεξοχήν επικοινωνιακή διαδικασία, η σύγχρονη Διδακτική στρέφεται πλέον από τα χαρακτηριστικά του «καλού» δασκάλου στις δραστηριότητες της διδασκαλίας που δημιουργούν ένα δυναμικό περιβάλλον μάθησης.

Έχοντας υπόψη ότι οι σύγχρονες συνθήκες προβάλλουν ιδιαίτερες απαιτήσεις πάνω στο μάθημα των Θρησκευτικών (ποικιλία θρησκευτικής και πολιτισμικής προέλευσης των μαθητών, κατάργηση θρησκευτικών προκαταλήψεων, ανάδειξη του ενοποιητικού ρόλου της θρησκείας, καλλιέργεια θρησκευτικής ταυτότητας και ταυτόχρονα αποδοχή της θρησκευτικής ετερότητας κ.ά.) οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να διευρύνουν τις θεωρήσεις τους για τη διδασκαλία. Πιο συγκεκριμένα, υπερβαίνοντας την αποκλειστικότητα της διδασκαλίας-λόγου να σχεδιάζουν, οργανώνουν και υλοποιούν για την τάξη τους δραστηριότητες με πολλές διαστάσεις (ερμηνεία, κριτική κατανόηση, ενσυναίσθηση, διάλογο, επικοινωνία, συνεργασία κ.ά.π.). Μ' αυτόν τον τρόπο ευνοείται η ουσιαστική θρησκευτική μόρφωση των μαθητών. Σ' αυτή την κατεύθυνση κινείται το πρόγραμμα της Ακαδημίας.

Οι θεματικές ενότητες του προγράμματος:

1. Διδάσκοντας Θρησκευτικά σε ομάδες μαθητών (ομαδοσυνεργατική διδασκαλία)

2. Η δυναμική της βιωματικής μάθησης για το ΜΘ

3. Προσεγγίζοντας θέματα του ΜΘ με όχημα τις εικαστικές τέχνες

4. Αναγνωρίζοντας τα σύγχρονα αιτήματα προς το ΜΘ, διερευνώντας τις σύγχρονες απαντήσεις του ΜΘ

5. Η αξιολόγηση ως δυνατότητα για έλεγχο και βελτίωση της διδασκαλίας του ΜΘ

Οι στόχοι του προγράμματος

· Καλλιέργεια διερευνητικών/διαγνωστικών και διδακτικών δεξιοτήτων των θεολόγων

· Αναγνώριση των σύγχρονων απαιτήσεων προς το ΜΘ και των αναγκαίων διδακτικών τροποποιήσεων

· Δημιουργία μιας ομάδας θεολόγων που συνεργάζεται.

Τα χαρακτηριστικά του προγράμματος

· Το πρόγραμμα θα λειτουργήσει ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα: ενημερωτικό, καλλιέργεια ικανοτήτων / δεξιοτήτων και βελτίωση στάσεων / νοοτροπιών / συμπεριφορών των εκπαιδευτικών.

· Για την υλοποίηση του προγράμματος επιλέχθηκαν μέθοδοι όπως: εισηγήσεις / παρουσιάσεις (και με χρήση Νέων Τεχνολογιών), εργαστήρια, εργασία σε ομάδες, συμμετοχική και συνεργατική διερεύνηση, μελέτη περίπτωσης, συζητήσεις, κ.ά.

· Πέρα από τα δεδομένα περιεχόμενα του προγράμματος, οι επιμορφούμενοι έχουν τη δυνατότητα να φέρουν για επεξεργασία σχετικά ζητήματα που τους απασχολούν.

· Θα πραγματοποιηθεί τελική (ex posteriori) αξιολόγηση του προγράμματος.

Επιμορφωτές:

- Όλγα Γριζοπούλου, Δρ. Θεολογίας, Συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων Βιογραφικό

- Βάσω Γώγου, Θεολόγος-Φιλόλογος, Εκπαιδευτικός Πολιτισμικής και Αισθητικής Αγωγής στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Λάρισας Βιογραφικό

- Πηγή Καζλάρη, επιτ. Σχολική Σύμβουλος Θεολόγων, Συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων Βιογραφικό

- Απόστολος Μπάρλος, Master Θεολογίας ΑΠΘ, Διευθυντής Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Λάρισας, Συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων Βιογραφικό

* Πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής μέχρι την Κυριακή 28 Ιουνίου 2009:

α) Στο site της Ακαδημίας: http://www.acadimia.gr/ για ενημέρωση και στην ηλεκτρονική διεύθυνση: info@acadimia.gr & xrparissi@acadimia.gr για δηλώσεις συμμετοχής.

β) Στο fax : 24210-77115 (προτιμάται ωστόσο η αποστολή με e-mail)

Τηλέφωνα επικοινωνίας: 24210 - 93 572, κινητό: 6986 78 76 39

* ΕΝΤΥΠΗ ΑΙΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ:
http://www.acadimia.gr/images/stories/Epimorfosi/aithsh%20symmetoxhs%20epimorfotiko%20seminario.doc

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Πεντηκοστή: "Μυστήριον μέγα τε και σεβάσμιον..."


«Αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξεν,
αλιείς θεολόγους ανέδειξεν....»

Του Χάρη Ανδρεόπουλου*,
xandreo@sch.gr

Πεντηκοστήν εορτάζομεν και Πνεύματος επιδημίαν και προθεσμίαν επαγγελίας και ελπίδος συμπλήρωσιν. Και το μυστήριον όσον, ως μέγα τε και σεβάσμιον...». Δηλαδή, μας λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος[1], γιορτάζουμε την Πεντηκοστή και την έλευση του Πνεύματος και το χρόνο εκπλήρωσεως της υποσχέσεως και την εκπλήρωση εκείνου στο οποίο είχαμε ελπίσει. Και πόσο μεγάλο είναι αυτό το μυστήριο! Πόσο μεγάλο και πόσο αξιοσέβαστο!

Συμπληρώθηκαν πενήντα μέρες από την Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και δέκα από την άνοδό Του στους ουρανούς και ο αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος μας προτρέπει: «Περί της εορτής βραχέα φιλοσοφήσωμεν, ίνα πνευματικώς εορτάσωμεν... Και ουδέν ούτως ευφραίνει καλόν των φιλοκάλων ουδένα, ως το πανηγυρίζειν πνευματικώς τον φιλέορτον»[2]. Δηλαδή: Aς εξετάσουμε για λίγο φιλοσοφικά τα σχετικά με την εορτή, για να γιορτάσουμε πνευματικά... Και κανένα καλό δεν ευχαριστεί εκείνους οι οποίοι αγαπούν το καλό, όσο το να γιορτάζει πνευματικά ο πανηγυριστής. Ας ακολουθήσουμε τη συμβουλή του αγίου Γρηγορίου, κι’ ας προσπαθήσουμε να δώσουμε το νόημα αυτής της μεγάλης γιορτής, το νόημα το πνευματικό.

Το θαυμαστό γεγονός της καθόδου του Αγίου Πνεύματος στην κοινότητα των μαθητών – η Πεντηκοστή – προσδιορίζεται από τους ιστορικούς επιστήμονες[3] και χρονικά και συγκεκριμένα ότι έγινε ένα Σάββατο ή μια Κυριακή κατά τα τέλη Μαϊου του ’30. Ο Λουκάς αρχίζει τη διήγησή του για τη κάθοδο του Αγίου Πνεύματος με χρονικό προσδιορισμό επισημαίνοντας ότι το γεγονός της επιφοίτησης έγινε όταν έφθασε η ημέρα της ιουδαϊκής Πεντηκοστής[4] (Πραξ. 2,1).

Μετά την Ανάσταση και την Ανάληψη του Χριστού, η ευρύτερη ομάδα των μαθητών του («όχλος ονομάτων ως εκατόν είκοσι», Πραξ. 1,15) ήσαν «προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και δεήσει» (Πραξ. 1, 14) στο υπερώον της Ιερουσαλήμ. Ομως αυτή η σύναξη δεν αποτελούσε ακόμα την Εκκλησία. Ηταν μια συνάθροιση ανθρώπων που τους ένωναν κοινές μνήμες και κοινές ελπίδες. Ανθρώπων πτοημένων, δίχως σαφή επίγνωση για το τι προσκαρτερούν και για ποιό έργο έχουν κληθεί. Πρίν από λίγες ακόμη μέρες ρωτούσαν τον Διδάσκαλό τους, αν μέσα στην ίδια αυτή χρονιά θα ελευθέρωνε τον ιουδαϊκό λαό από το ζυγό των Ρωμαίων και θα αποκαθιστούσε το Βασίλειο του Ισραήλ (Πραξ. 1, 6). Oι άνθρωποι αυτοί και η συνάθροισή τους μεταμορφώνονται ριζικά με το γεγονός της Πεντηκοστής.

Το γεγονός της καθόδου του Αγίου Πνεύματος βρίσκει τους μαθητές απροετοίμαστους, γιατί στο διάστημα των λίγων ημερών που είχαν μεσολαβήσει δεν μπόρεσαν να συλλάβουν τι εσήμαινε γι’ αυτούς η επαγγελία του Ιησού να μην απομακρυνθούν απ’ τα Ιεροσόλυμα και να περιμένουν την εκπλήρωση της υπόσχεσης από το Θεό (Πραξ. 1,4). Γι’ αυτό και ο Λουκάς ξαφνιάζει με τη διήγησή του: «και εγένετο άφνω εκ του ουρανού ήχος, ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας και επλήρωσεν όλον τον οίκον ου ήσαν καθήμενοι» (Πραξ. 2, 1 - 2). Αμέσως ακολουθεί και το οπτικό φαινόμενο, αφού παρουσιάσθηκαν γλώσσες σαν φλόγες φωτιάς, οι οποίες μοιράσθηκαν και κάθισαν από μία στον καθένα από τους μαθητές (Πραξ. 2,3). Εδώ το Πνεύμα του Θεού, ο λόγος, η σοφία και σε προέκταση το διδασκαλικό έργο παρουσιάζεται ως γλώσσα και η καθαρτική δύναμη του πνεύματος μεταμορφώνεται σε πύρ, σε φωτιά, για να δειχθεί έτσι ότι το Πνεύμα του Θεού καθαρίζει και εξαγνίζει. Οι πύρινες γλώσσες καθαίρουν, όπως συγχωρούν και τιμωρούν οι φορείς του ιερατικού έργου.

Η κάθοδος του Πνεύματος με τη μορφή των πυρίνων γλωσσών έχει συνεπώς και πρακτικότερο λόγο κι’ όχι μόνο τον εντυπωσιασμό του κόσμου. Οι μαθητές του Ιησού, στην ευρύτερη εκδοχή, είχαν λάβει την εντολή να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σ’ όλα τα έθνη (Ματθ. 28, 19), τώρα, όμως, έρχεται το Αγιο Πνεύμα με τη μορφή των γλωσσών και με την πύρινη γλώσσα που τους δίνει, δίνει συγχρόνως και τη κατευθυντήρια οδό της διδασκαλικής τους δράσης μα και της αδιάκοπης επαγρύπνησης ώστε να διατηρηθεί καθαρό το περιεχόμενο της πίστης τους. Η σύντομη διήγηση του Λουκά κατακλείεται με το αποτέλεσμα της καθόδου του Αγίου Πνεύματος: όλοι οι μαθητές πλημμύρισαν από Αγιο Πνεύμα και άρχισαν να μιλούν σε άλλες γλώσσες, ανάλογα με την ικανότητα που τους έδινε το Αγιο Πνεύμα. Αυτοί οι κατατρομαγμένοι ως τότε μαθητές, άνθρωποι απλοί, όχι διανοούμενοι – «αγράμματοι και ιδιώται» (Πραξ, 4,13), καθώς σημειώνει και ο Λουκάς – αρχίζουν να κηρύττουν στους όχλους «τα μεγαλεία του Θεού» (Πραξ. 2, 11) , με την άνεση και τη σοφία πολύπειρων ρητόρων.

Τώρα πιά ξέρουν τι είναι και τι επαγγέλονται, γνωρίζουν το νόημα των γεγονότων που προηγήθηκαν και σε ποιά προοπτική ζωής καλούν με το κήρυγμα τους τους ανθρώπους.Τους καλούν να βαφτιστούν για να λάβουν κι’ αυτοί «την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος» - να μετάσχουν στην πάντοτε ανοικτή πιά δυνατότητα της Πεντηκοστής. Για τον Λουκά σημασία έχει ότι το Αγιο Πνεύμα κατέρχεται στους μαθητές και τους εμπνέει να μιλούν, ότι δεν μιλούν αυτοσχεδιάζοντες αλλά όπως το Αγιο Πνεύμα τους οδηγεί και οικονομεί η χάρη του Θεού. Η φανέρωση του αγιαστικού και λυτρωτικού έργου της Εκκλησίας στον κόσμο γίνεται με μια πανηγυρική επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος σ’ όλους τους μαθητές και στον μεγαλύτερο βαθμό.

* Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος δεν αποτελεί, όμως, μια μαγική προσθήκη ικανοτήτων και χαρισμάτων στον άνθρωπο. Είναι μια απελευθέρωση των δυνατοτήτων της ζωής που δεν έχει τίποτα το άλογο και «υπερφυσικό». Το Πνεύμα επιφοιτά στη φύση μας μεταβάλλοντας όχι το λόγο της φύσης (αυτό που είναι η φύση μας), αλλά τον τρόπο υπάρξεώς μας, τον τρόπο συστάσεως της υπόστασής μας[5]. Η Πεντηκοστή – η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος – είναι το ιδρυτικό και συστατικό της Εκκλησίας γεγονός. Δεν έχουμε, όμως, απλώς την ίδρυση ενός θεσμού. Γεννιέται με την Πεντηκοστή η «καινή κτίσις της χάριτος», η δυνατότητα της αθάνατης ζωής η χαρισμένη απ’ τον Θεό στον άνθρωπο. Γι’ αυτό και η Πεντηκοστή δεν είναι ένα γεγονός που συντελέσθηκε «εφ’ άπαξ», αλλά το γεγονός που πάντοτε και συνεχώς συνιστά και συγκροτεί την Εκκλησία. Σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη η Εκκλησία επικαλείται το Άγιο Πνεύμα του Θεού, για να τελέσει την υπαρκτική μεταβολή που προαναφέραμε: «Κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Αγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μέν άρτον τούτον τίμιον Σώμα του Χριστού σου, το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον Αίμα του Χριστού σου, μεταβαλών τω Πνεύματί σου τω Αγίω». Επικαλούμαστε το Πνεύμα το Αγιο «εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα» ζητώντας ακριβώς τη μεταμόρφωση της ζωής, την αφθαρτοποίηση της ζωής: να μεταβληθούν τα δώρα και οι μετέχοντες στα δώρα σε κτίση καινή, σε σώμα Χριστού. Την ανακαινιστική δύναμη του Πνεύματος της Πεντηκοστής εκφράζει θαυμάσια και το κεκραγάριο του Μεγάλου Εσπερινού της εορτής:

«Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το άγιον,
βρύει προφητείας,
ιερέας τελειοί,
αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξεν,
αλιείς θεολόγους ανέδειξεν,
όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας.
Ομοούσιε και ομόθρονε,
τω πατρί και τω Υιώ,
Παράκλητε, δόξα σοι
»

(* O Xάρης Ανδρεόπουλος είναι δημοσιογράφος – θεολόγος ΑΠΘ, Γ.Γ. της Ενωσης Θεολόγων ν. Λάρισας. Το άρθρο του αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Τάλαντο" της Ιεράς Μητρόπολης Λάρισας, τ. 55/2006 και αναδημοσιεύθηκε στις εκλεκτές ιστοσελίδες, ΖΩΗΦΟΡΟΣ:http://www.zoiforos.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1276&Itemid=158, AΚΤΙΝΕΣ: http://aktines.blogspot.com/2009/06/blog-post_08.html και Θεολογικό Ιστολόγιο: http://blogs.sch.gr/kantonopou/2009/06/07/%cf%80%ce%b5%ce%bd%cf%84%ce%b7%ce%ba%ce%bf%cf%83%cf%84%ce%b7-%ce%bc%cf%85%cf%83%cf%84%ce%ae%cf%81%ce%b9%ce%bf%ce%bd-%ce%bc%ce%ad%ce%b3%ce%b1-%cf%84%ce%b5-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%83%ce%b5%ce%b2%ce%ac/)


[1] ΜΑ’ Λόγος «Εις την Πεντηκοστήν», Ε.Π.Ε. τ.5, εκδ. «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη, 1977, σελ. 122
[2] Ο.π. σελ. 114
[3] Γ λ α β ί ν α, Αποστόλου, Ιστορία της Εκκλησίας, τ. Α’, εκδ. υπηρεσία δημοσιευμάτων ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 1995, σελ. 20
[4] Ηταν η δεύτερη (με πρώτη και μεγαλύτερη την του Πάσχα) μεγάλη γιορτή των Ιουδαίων, αρχικά γιορτή της συγκομιδής των δημητριακών και μετά ανάμνηση της νομοδοσία στο Σινά. Γιορταζόταν την πεντηκοστή μέρα μετά το (ιουδαϊκό) Πάσχα.
[5] Γ ι α ν ν α ρ ά, Χρήστου, «Αλφαβητάρι της πίστης», εκδ. Δόμος, Αθήνα, 1983, σελ. 192

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Θεολογικό συνέδριο μεταπτυχιακών φοιτητών ΕΚΠΑ

ΜΕ­ΤΑ­ΠΤΥ­ΧΙ­Α­ΚΟΣ ΦΟΙ­ΤΗ­ΤΙ­ΚΟΣ
ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙ­ΚΟΣ ΣΥΝ­ΔΕ­ΣΜΟΣ

Ε­ΘΝΙ­ΚΟ ΚΑΙ ΚΑ­ΠΟ­ΔΙ­ΣΤΡΙ­Α­ΚΟ
ΠΑ­ΝΕ­ΠΙ­ΣΤΗ­ΜΙ­Ο Α­ΘΗ­ΝΩΝ
ΤΜΗ­ΜΑ ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙ­ΑΣ
Θε­ο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ - Πα­νε­πι­στη­μι­ού­πο­λη
157 82 Ἄ­νω Ἰ­λί­σι­α

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Ὁ Μεταπτυχιακὸς Φοιτητικὸς Θεολογικὸς Σύνδεσμος (Μ.Φ.Θ.Σ.) ἔχει τὴ χαρὰ νὰ σᾶς ἀνακοινώσει ὅτι τὸ ΙΕ΄ Θεολογικὸ Συνέδριο Μεταπτυχιακῶν Φοιτητῶν μὲ θέμα «Mare Nostrum: Μεσόγειος καὶ Χριστιανισμὸς διὰ μέσου τῶν αἰώνων» θὰ πραγματοποιηθεῖ στὴν Πάρο ἀπὸ τὶς 3 ὡς τὶς 5 Ἰουλίου 2009 ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Παροναξίας κ. Καλλινίκου.

Οἱ αἰτήσεις συμμετοχῆς θὰ πρέπει νὰ κατατεθοῦν αὐστηρὰ μέχρι τὶς 30 Μαΐου 2009, ἐνῶ τὰ θέματα τῶν εἰσηγήσεων αὐστηρὰ μέχρι τὶς 15 Μαΐου 2009. Τὰ βιογραφικὰ τῶν ὁμιλητῶν καὶ οἱ περιλήψεις τους (100 λέξεις) θὰ πρέπει νὰ κατατεθοῦν αὐστηρὰ μέχρι τὶς 30 Μαΐου 2009, ἐνῶ τὸ πλῆρες κείμενο τῶν εἰσηγήσεων θὰ πρέπει νὰ παραδοθεῖ μέχρι τὶς 30 Ἰουνίου 2009.
Τὸ ποσὸ τῆς συμμετοχῆς στὸ Συνέδριο θὰ εἶναι 160 € γιὰ δίκλινο, τρίκλινο, τεττράκλινο καὶ 230 € γιὰ μονόκλινο καὶ θὰ περιλαμβάνει τὰ ἔξοδα μετακίνησης, διαμονῆς καὶ διατροφῆς τῶν συνέδρων

Οἱ θέσεις εἶναι περιορισμένες καὶ θὰ τηρηθεῖ προτεραιότητα.
Τὸ ποσὸ τῆς συμμετοχῆς θὰ κατατίθεται στὸν λογαριασμό τοῦ Μ.Φ.Θ.Σ. ποὺ διατηρεῖ στὴν Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀρ. λογαριασμοῦ: 172/604923-05.
Μαζὶ μὲ τὴν αἴτηση συμμετοχῆς θὰ πρέπει νὰ κατατίθεται καὶ ἡ ἀπόδειξη πληρωμῆς ἀπὸ τὴν Τράπεζα, ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ ἀναγράφεται ἀπαραίτητα καὶ τὸ ὄνομα τοῦ καταθέτη. Οἱ αἰτήσεις συμμετοχῆς καὶ οἱ ἀποδείξεις πληρωμῆς μποροῦν νὰ κατατίθενται καὶ μὲ fax, καθὼς καὶ στὸ e-mail τοῦ Μ.Φ.Θ.Σ.
Γιὰ περισσότερες πληροφορίες μπορεῖτε νὰ ἐπικοινωνήσετε μὲ τὰ ἑξῆς τηλέφωνα καὶ e-mail τοῦ Γραφείου τοῦ Μ.Φ.Θ.Σ:
210 7275818 καθημερινά 11-1, fax: 210 7275710, mfths@theol.uoa.gr

Τακόπουλος Φίλιππος 6972278097 ftakop@theol.uoa.gr
Κόλλιας Σωτήριος 6946437733 sotirioskollias@yahoo.gr
Κουτσουρούμπας Νεκτάριος 6972503127 nkouts@theol.uoa.gr
Κασάπη Εἰρήνη 6978305785 ikasapi@theol.uoa.gr
Μαρίνου Γλυκερία 6972370869 gmarinou@theol.uoa.gr

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Περί των "αντι - οικουμενιστών" και άλλων τινών....


Ενισταμένων "Ομολογία Πίστεως"

"Εμφανιζόμενοι ως γνήσιοι Ορθόδοξοι, άσπιλοι δε και αμίαντοι αμύντορες της Ορθοδοξίας...ψέγουν τους πάντας και τα πάντα..."

ΑΡΘΡΟ του Μ. Πρωτοπρεσβυτέρου του Οικουμενικού Θρόνου π. Γεωργίου Τσέτση στο amen.gr

Mε άρθρο του στην Πύλη Εκκλησιαστικών Ειδήσεων amen.gr, ο Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Θρόνου π. Γεώργιος Τσέτσης, (φωτ.) αναφέρεται στην "Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού" (http://theologylar.blogspot.com/2009/05/blog-post_24.html) την οποία διετύπωσε "νεοφανής ομάδα «ενισταμένων» κληρικών και μοναχών κανονικών Ορθοδόξων Εκκλησιών (Κωνσταντινουπόλεως και Ελλάδος), οι οποίοι, βαδίζοντες σε παλαιοημερολογιτικές ατραπούς, ανέλαβαν πρόσφατα μια δυναμική εκστρατεία κατά του διεκκλησιαστικού και διαθρησκειακού διαλόγου που διεξάγει η Ορθοδοξία στο σύνολό της, ειδικώτερα δε κατά της «παναιρέσεως του Οικουμενισμού» η οποία, καθώς δηλώνουν, αναπτύσσεται και προωθείται μέσα στα πλαίσια της Οικουμενικής Κινήσεως".

Ο π. Γεώργιος υποστηρίζει πώς οι εν λόγω "αντι-οικουμενιστές" ελέγχουν και ψέγουν τους πάντες και τα πάντα με πρωτοφανή αλαζονικό τρόπο "έχοντες προφανώς την εντύπωση ότι το Αγιον Πνεύμα επιφοιτά αποκλειστικά μόνο μέσα στο καθηγητικό γραφείο τους, το καλογηρικό τους κελλί, ή την αρχισυνταξία κάποιου θεολογικού περιοδικού!" και καταλήγοντας στο άρθρο του συμπεραίνει:

"Οι καιροί ου μενετοί για να εμφιλοχωρεί η αμφιβολία στις καρδιές των πιστών. Ούτε δε να διαιρείται το ποίμνιο σε πρόβατα και ερίφια, σε «αμόλυντους» και «μεμιασμένους», σε «γνήσιους Ορθοδόξους» και σε «προδότες της Ορθοδοξίας». Και, κυρίως, να μετατρέπεται η Εκκλησία του Χριστού σε «σέκτα καθαρών»! Δυστυχώς, η περι ης ο λόγος «Ομολογία» αυτό ακριβώς κάμει. Δεν καθησυχάζει τον Ορθόδοξο πιστό. Ούτε τον οδηγεί στο «δρόμο του Θεού». Απλώς, τον ερεθίζει. Του εμπνέει έχθρα, ξενοφοβία και μισαλλοδοξία, μεταβάλλοντάς τον σε «θιασώτη» και «οπαδό», έτοιμο, οσάκις δεήσει, να προπηλακίσει την Ιεραρχία του, να διαταράξει την κατάνυξη και ησυχία μιας Θείας Λειτουργίας, ή να βιάσει, δίκην κουκουλοφόρου, το Πανεπιστημιακό άσυλο".

* Ολόκληρο το άρθρο στη Πύλη Εκκλησιαστικών Ειδήσεων, amen.gr: http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=169.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Το "Κείμενο της Ραβέννας", ένα σημαντικό βήμα στο διάλογο της Ορθοδόξου με την Ρ/Κ Εκκλησία


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

Η επανέναρξη του Θεολογικού Διαλόγου της

Ορθοδόξου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία

Toυ κ. Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου
Καθηγητού Δογματικής Θεολογίας
στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ

Εισαγωγή

Ο Θεολογικός Διάλογος μεταξύ της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που άρχισε, ως γνωστόν, επίσημα κατά το 1980 και σημείωσε σημαντική επιτυχία κατά την πρώτη δεκαετία (1980-1990), λόγω του εγκλωβισμού του κατά τη δεύτερη δεκαετία (1990-2000) στο ακανθώδες και δυσεπίλυτο πρόβλημα της Ουνίας οδηγήθηκε τελικά σε ναυάγιο με την ατυχή έκβαση της Η΄ Γε­νι­κής Συ­νέ­λευ­σης της Μι­κτής Θε­ο­λο­γι­κής Ε­πι­τρο­πής πού πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στο Emmitsburg της Βαλ­τι­μό­ρης των ΗΠΑ (9 -19 Ι­ου­λί­ου 2000)[1]. Καίτοι επί μία εξαετία βρισκόταν σε τελματώδη κατάσταση, με την επανέναρξή του στο Βελιγράδι το 2006 εισήλθε πλέον σε μια νέα φάση, που χαρακτηρίζεται από καινούργιες προσδοκίες και κατά γενική εκτίμηση από περισσότερο αισιόδοξες προοπτικές.

Τη φάση αυτή, πέρα από την εμφάνιση νέων ιστορικών και πολιτικοκοινωνικών συνθηκών, που ώθησαν τις δύο Εκκλησίες να επανέλθουν στο τραπέζι του διαλόγου[2], σηματοδότησε οπωσδήποτε και η άνοδος στον παπικό θρόνο του νέου πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, ο οποίος επανειλημμένα εξεδήλωσε τη σφοδρή επιθυμία του για τη συνέχιση και την περαιτέρω πρόοδο του Θεολογικού Διαλόγου με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ωστόσο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η ενέργειά του, και μάλιστα εν όψει της επανέναρξης του Θεολογικού Διαλόγου, να διαγράψει από το Ποντιφικό Ημερολόγιο του έτους 2006 τον παραδοσιακό τίτλο «Πατριάρχης της Δύσεως», που φέρει μεταξύ των άλλων ο Ρωμαίος Ποντίφηξ, καίτοι από πλευράς του Βατικανού θεωρήθηκε ως κίνηση που προωθεί τον εν λόγω Θεολογικό Διάλογο[3], κρινόμενη από πλευράς ορθοδόξου, όπως έχουμε τονίσει σε παλαιότερη σχετική μελέτη μας, αποτελεί πλήγμα κατά της αξιοπιστίας του Διαλόγου[4].

Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό πρέπει να ομολογήσουμε ότι στο μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο φάσεων του Θεολογικού Διαλόγου συνειδητοποιήθηκε και από τις δύο πλευρές ότι το ζήτημα της Ουνίας, που οδήγησε ουσιαστικά το Διάλογο σε ναυάγιο κατά την πρώτη φάση του, πρέπει να αντιμετωπιστεί θεολογικά σε ένα ευρύτερο εκκλησιολογικό πλαίσιο και να απεμπλακεί κατά το δυνατόν από τη συναισθηματική φόρτιση που χαρακτήριζε ως επί το πλείστον τις προηγούμενες συζητήσεις. Για το λόγο αυτό κρίθηκε αναγκαίο, το κείμενο, που διαμορφώθηκε από τη Μικτή Συντονιστική Επιτροπή στην Ariccia της Ρώμης (1998) με θέμα «Εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές και κα­νο­νι­κές συνέ­πει­ες της Ου­νί­ας» και αποτέλεσε τη βάση για τις συζητήσεις κατά την Η΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής με τη γνωστή ατυχή κατάληξη, να μην εξετασθεί με­μο­νω­μέ­να και κα­θ’ ε­αυ­τό, αλ­λά σε συ­νάρ­τη­ση με ένα ευ­ρύ­τε­ρο θε­ο­λο­γι­κό κεί­με­νο, το οποίο εί­χε ετοι­μά­σει ή­δη η Μι­κτή Συν­το­νι­στι­κή Ε­πι­τρο­πή που συ­νήλ­θε στη Μό­σχα το Φε­βρουά­ριο του 1990 με θέ­μα «Εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές και κα­νο­νι­κές συνέπει­ες της μυ­στη­ρια­κής φύ­σης της Εκ­κλη­σί­ας: Συ­νο­δι­κό­τη­τα και αυθεν­τί­α στην Εκ­κλη­σί­α». Το κείμενο αυτό κανονικά επρόκειτο να συζητηθεί κατά την Στ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο Freising του Μονάχου (1990), αλλά ύ­στε­ρα από α­παί­τη­ση της ορ­θο­δό­ξου αν­τι­προ­σω­πεί­ας η Συ­νέ­λευ­ση αυτή α­σχο­λή­θη­κε με το πρό­βλη­μα της Ου­νί­ας και του προ­ση­λυ­τι­σμού, το ο­ποί­ο άρ­χι­σε να αποκτά α­νε­ξέ­λεγ­κτες και ά­κρως ε­πι­κίν­δυ­νες δι­α­στά­σεις με­τά την πτώ­ση του υ­παρ­κτού σο­σι­α­λι­σμού κυ­ρί­ως στις χώ­ρες της Α­να­το­λι­κής Ευρώπης[5].

α. Η συνάντηση του Βελιγραδίου (2006)

Η Θ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής πραγματοποιήθηκε μεταξύ 18 και 25 Σεπτεμβρίου 2006 στο Βελιγράδι της Σερβίας. Ύστερα από όσα είπαμε παραπάνω, γίνεται κατανοητό για ποιους λόγους η Μικτή Θεολογική Επιτροπή έθεσε ως στόχο της να συζητήσει στη Γενική αυτή Συνέλευση το παραπάνω θεολογικό κείμενο που καταρτίστηκε στη Μόσχα (1990), το οποίο, όπως είπαμε, επρόκειτο να συζητηθεί στο Freising, αλλά, λόγω της συνεχούς ενασχόλησης της εν λόγω Επιτροπής κατά τις επόμενες Γενικές Συνελεύσεις με το πρόβλημα της Ουνίας, δεν κατέστη δυνατό να συζητηθεί ποτέ.
Η Μικτή Θεολογική Επιτροπή αποτελέστηκε συνολικά από 60 μέλη, 30 Ορθόδοξα και 30 Ρωμαιοκαθολικά, υπό την προεδρία των δύο συμπροέδρων, του Σεβ. Καρδιναλίου Walter Kasper και του Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα). Ως γραμματείς ορίστηκαν ο Πανιερ. Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος και ο Πανοσιολ. π. Ελευθέριος Fortino από το Ποντιφικό Συμβούλιο για την προώθηση της χριστιανικής ενότητας[6].
Από πλευράς ορθοδόξου στη συνάντηση του Βελιγραδίου συμμετείχαν με αντιπροσώπους τους το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας, των Ιεροσολύμων, της Μόσχας, της Σερβίας, της Ρουμανίας, της Γεωργίας και οι Εκκλησίες της Κύπρου, της Ελλάδος, της Πολωνίας, της Αλβανίας, της Τσεχίας και Σλοβακίας και της Φιλλανδίας. Δεν συμμετείχε στη συνάντηση αυτή το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας. Όσον αφορά τη ρωμαιοκαθολική αντιπροσωπεία, δεν κατέστη δυνατό να παραστούν στη συνάντηση του Βελιγραδίου δύο από τα μέλη της[7].

Κατά την πρώτη συνεδρία οι δύο συμπρόεδροι παρουσίασαν το έργο της Μικτής Επιτροπής κατά την προηγούμενη φάση του Θεολογικού Διαλόγου (1980-2000) και από την επόμενη συνεδρία άρχισε η συζήτηση του κειμένου που καταρτίστηκε στη Μόσχα με τίτλο «Εκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κές και κα­νο­νι­κές συ­νέ­πει­ες της μυ­στη­ρια­κής φύ­σης της Εκ­κλη­σί­ας: Συ­νο­δι­κό­τη­τα και αυ­θεν­τί­α στην Εκ­κλη­σί­α». Τόσο η συνοδικότητα όσο και η αυθεντία στην Εκκλησία ως εκκλησιολογικές και κανονικές συνέπειες της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας εξετάζονταν στο κείμενο σε τρία επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής: το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο[8]. Η όλη θεολογική πλαισίωσή τους αποτελούσε συνέχεια και προέκταση των εκκλησιολογικών θέσεων των τριών προηγουμένων θεολογικών κειμένων, του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988).

Κατά τη συζήτηση του κειμένου που εξετάστηκε με πολλή προσοχή «σε κοινό πνεύμα γνησίας δεσμεύσεως για την αναζήτηση της ενότητος»[9] έγιναν αρκετές παρατηρήσεις και σχόλια, με αποτέλεσμα να συσταθεί μια μικτή επιτροπή, με σκοπό να αναθεωρήσει το αρχικό κείμενο επί τη βάσει των παρατηρήσεων και των σχολίων που έγιναν κατά τη διάρκεια της συζητήσεώς του. Το αναθεωρημένο κείμενο αποφασίστηκε να αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως κατά την επόμενη Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής που θα φιλοξενούνταν το προσεχές έτος (2007) από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία[10]. Έτσι παρά το γεγονός ότι με την επανέναρξη του Θεολογικού Διαλόγου στο Βελιγράδι δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί από τη Μικτή Επιτροπή ένα κοινώς αποδεκτό θεολογικό κείμενο, καίτοι είχε γίνει η απαραίτητη προς τούτο θεολογική προεργασία και ήταν ήδη διαμορφωμένο και έτοιμο προς συζήτηση το κείμενο που καταρτίστηκε από τη Μικτή Συντονιστική Επιτροπή στη Μόσχα (1990), ωστόσο η ζύμωση που έγινε στο Βελιγράδι με τις παρατηρήσεις και τα σχόλια κατά τη διάρκεια της συζητήσεως του κειμένου αυτού, κρίνοντας τα πράγματα εκ των υστέρων, μπορούμε να πούμε ότι συνέβαλε καθοριστικά στην αρτιότερη παρουσίασή του, καθώς και στην κοινή αποδοχή του κατά την επόμενη συνάντηση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής.

β. Η συνάντηση της Ραβέννας (2007)

Η Ι΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής έλαβε χώρα μεταξύ 8 και 14 Οκτωβρίου 2007 στη Ραβέννα της Ιταλίας με θέμα τη συζήτηση του αναθεωρημένου κειμένου που προέκυψε επί τη βάσει των παρατηρήσεων και των σχολίων που έγιναν στο κείμενο της Μόσχας (1990) κατά τη διάρκεια της συζητήσεώς του στο Βελιγράδι[11].
Από πλευράς της ορθοδόξου αντιπροσωπείας συμμετείχαν στη συνάντηση της Ραβέννας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας και Γεωργίας, καθώς και οι Εκκλησίες της Κύπρου, της Ελλάδος, της Πολωνίας, της Αλβανίας, της Τσεχίας και Σλοβακίας, της Φιλλανδίας και για πρώτη φορά η Αποστολική Εκκλησία της Εσθονίας. Στη συνάντηση αυτή δεν εκπροσωπήθηκε και πάλι το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας. Από πλευράς της ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας συμμετείχαν 27 από τα 30 μέλη της. Και στις δύο αντιπροσωπείες συμμετείχαν ως μέλη εκτός των κληρικών και λαϊκοί θεολόγοι. Συμπρόεδροι και γραμματείς ήταν οι ίδιοι που ορίστηκαν κατά τη συνάντηση του Βελιγραδίου[12].

Κατά την πρώτη μέρα της συναντήσεως η διορθόδοξη και η διαρωμαιοκαθολική επιτροπή, όπως συνηθίζεται, συνήλθαν χωριστά, προκειμένου να συντονίσουν το έργο τους κατά τη διεξαγωγή της συζητήσεως του ανωτέρω κειμένου. Κατά τη συνάντηση της διορθόδοξης επιτροπής οι αντιπρόσωποι του Πατριαρχείου Μόσχας ανέγνωσαν την απόφαση της Ρωσικής Εκκλησίας να αποσυρθεί από τη συνάντηση της Ραβέννας, λόγω της παρουσίας στη συνάντηση αυτή αντιπροσώπων της Εκκλησίας της Εσθονίας, η οποία, καίτοι ανακηρύχτηκε «αυτόνομη» από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, δεν αναγνωριζόταν ως τέτοια από το Πατριαρχείο της Μόσχας. Παρά το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τη σύμφωνη γνώμη και των λοιπών μελών της διορθόδοξης επιτροπής παρουσίασαν μια διαλλακτική πρόταση, σύμφωνα με την οποία θα αναγνωριζόταν η στάση του Πατριαρχείου Μόσχας έναντι της αυτόνομης Εκκλησίας της Εσθονίας, οι αντιπρόσωποι της Ρωσικής Εκκλησίας επέδειξαν αδιαλλαξία και αποχώρησαν από τη διορθόδοξη επιτροπή[13]. Είναι πολύ λυπηρό ότι, ενώ ως Ορθόδοξη Εκκλησία διεξάγουμε θεολογικό διάλογο με στόχο την αποκατάσταση της ενότητας με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μεταφέρουμε δυστυχώς οι Ορθόδοξοι στο διάλογο αυτό τα δικά μας προβλήματα, δίνοντας με τον τρόπο αυτό την εικόνα μιας - παρά την υπάρχουσα μυστηριακή κοινωνία - διασπασμένης Ορθοδοξίας, και μάλιστα εν όψει της συζητήσεως θεμάτων που αναφέρονται στην αυθεντία και τη συνοδικότητα στα πλαίσια της ενωμένης και αδιαίρετης Εκκλησίας!

Ωστόσο παρά την απουσία των εκπροσώπων του Πατριαρχείου Μόσχας οι συζητήσεις επί του αναθεωρημένου κειμένου συνεχίστηκαν, με αποτέλεσμα να εγκριθεί τελικά ένα κοινό κείμενο (Κείμενο της Ραβέννας) που προσφέρει ήδη μια σταθερή βάση για τα επόμενα βήματα της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο άμεσο μέλλον[14]. Έτσι μετά τη συμφωνία των δύο πλευρών σχετικά με την αυθεντία και τη συνοδικότητα ως εκκλησιολογικών και κανονικών συνεπειών της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας το θέμα της επόμενης συνάντησης, ως συνέχεια και προέκταση του κειμένου της Ραβέννας, ορίστηκε κατά λογική ακολουθία να είναι «Ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης στα πλαίσια της κοινωνίας της Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία»[15]. Προς το σκοπό αυτό αποφασίστηκε να συσταθούν δύο οκταμελείς μικτές υποεπιτροπές, αποτελούμενες η καθεμιά από τέσσερις ορθοδόξους και τέσσερις ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους, οι οποίες θα συνέλθουν για πρώτη φορά στις αρχές του 2008, για να ετοιμάσουν η καθεμιά από δικής της πλευράς ένα κοινό κείμενο που θα θέσουν υπόψη της Συντονιστικής Επιτροπής. Η Συντονιστική Επιτροπή αποφασίστηκε να συνέλθει το φθινόπωρο του 2008, προκειμένου με βάση τα κείμενα των δύο υποεπιτροπών να συντάξει ένα ενιαίο σχέδιο κειμένου, το οποίο θα υποβληθεί στη συνέχεια προς συζήτηση και έγκριση στην Ολομέλεια της Μικτής Επιτροπής του Θεολογικού Διαλόγου[16].

Όσον αφορά το Κείμενο της Ραβέννας, που διαμορφώθηκε τελικά με τον τίτλο «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας. Εκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης και αυθεντία»[17], πρέπει να τονίσουμε ότι αυτό συνεχίζει από άποψη εκκλησιολογική τα κείμενα του Μονάχου, του Bari και του Νέου Βάλαμο, εξετάζοντας το θέμα της εκκλησιαστικής κοινωνίας, της συνοδικότητας και της αυθεντίας ως εκκλησιολογικών και κανονικών συνεπειών της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας σε τοπικό, επαρχιακό και παγκόσμιο επίπεδο επί τη βάσει της ορθοδόξου Τριαδολογίας και της ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας[18]. Το κείμενο διαιρείται συνολικά σε 46 παραγράφους και απαρτίζεται από μια σχετικά σύντομη Εισαγωγή και δύο μέρη[19].

Στην Εισαγωγή (§§ 1-4) τονίζεται κατ’ αρχήν η αναγκαιότητα της επανέναρξης του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών, με σκοπό την παροχή μαρτυρίας πίστεως, αγάπης και ελπίδας εκ μέρους των μαθητών του Χριστού σ’ ένα κόσμο που έχει αλλάξει ριζικά τα τελευταία χρόνια (§ 1), και στη συνέχεια γίνεται ανασκόπηση του συντελεσθέντος έργου της Μικτής Επιτροπής στα πλαίσια των συναντήσεων του Μονάχου (1982), του Bari (1987), του Νέου Βάλαμο (1988), του Balamand (1993) και της Βαλτιμόρης (2000), προκειμένου να γίνει κατανοητό ότι το θέμα που συζητήθηκε στη Ραβέννα αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια και προέκταση της εκκλησιολογικής προβληματικής και των θέσεων των κειμένων που προέκυψαν από τις τρεις πρώτες προαναφερθείσες συναντήσεις. Ως προς το θέμα της Ουνίας που εξετάστηκε κατά τις συναντήσεις του Balamand (1993) και της Βαλτιμόρης (2000) λέγεται ότι θα εξετασθεί στο εγγύς μέλλον (§ 2).

Το πρώτο μέρος του κειμένου (§§ 5-16) αναφέρεται στα θεμέλια της συνοδικότητας και της αυθεντίας στην Εκκλησία, τονίζοντας εξ αρχής ότι η έννοια της συνοδικότητας αντανακλά το μυστήριο της τριαδικότητας του Θεού και βρίσκει σ’ αυτό την τελική θεμελίωσή της. Όπως στα πρόσωπα της Αγ. Τριάδος υπάρχει μία τάξη κατά την «αρίθμησή» τους και ο χαρακτηρισμός τους ως «δευτέρου» ή «τρίτου» δεν σημαίνει κάποια μείωση ή υποταγή τους, κατά τον ίδιο τρόπο και μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών υπάρχει μία τάξη, η οποία όμως δεν σημαίνει ανισότητα ως προς την εκκλησιαστική τους φύση. Καίτοι όλοι οι πιστοί ως μέλη του σώματος του Χριστού έχουν ευθύνη για την οικοδόμηση και διατήρηση της ενότητας της Εκκλησίας κατά το πρότυπο της τριαδικής κοινωνίας (§§ 5-6) και ασκούν ως εκ τούτου μια μορφή αυθεντίας στα πλαίσια της εκκλησιαστικής ζωής (§ 7), εντούτοις κατ’ εξοχήν υπεύθυνοι για την ενότητα της Εκκλησίας στην πίστη και την αγάπη, καθώς και για την πιστότητα στις απαιτήσεις του Ευαγγελίου είναι οι επίσκοποι, οι οποίοι ως διάδοχοι των Αποστόλων έχουν την αυτή ευθύνη και την αυτή διακονία στην Εκκλησία (§ 8). Οι σύνοδοι είναι ο κύριος τρόπος, με τον οποίο ασκείται η μεταξύ των επισκόπων κοινωνία (§ 9). Ο συνοδικός χαρακτήρας της Εκκλησίας ανήκει στην ίδια τη φύση της και εκφράζεται διαχρονικά και καθολικά σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο. Στο τοπικό επίπεδο μιας πόλης η ευθύνη ανατίθεται στον επίσκοπο. Στο επαρχιακό επίπεδο, όπου υπάρχει μια ομάδα τοπικών Εκκλησιών με τους επισκόπους τους, την ευθύνη έχει εκείνος, τον οποίο οι επίσκοποι αυτοί οφείλουν σύμφωνα με τον 34ο Αποστολικό Κανόνα να αναγνωρίζουν ως «πρώτο» μεταξύ τους. Στο παγκόσμιο επίπεδο η ευθύνη ανατίθεται σ’ εκείνον, τον οποίο «οι πρώτοι» των διαφόρων επαρχιών με τους επισκόπους τους οφείλουν επίσης να αναγνωρίζουν ως «πρώτο» (§ 10). Κάθε τοπική Εκκλησία ευρισκόμενη σε κοινωνία με τις άλλες τοπικές Εκκλησίες αποτελεί φανέρωση της μιας και αδιαίρετης Εκκλησίας του Θεού. Υπό την έννοια αυτή η καθολικότητα κάθε τοπικής Εκκλησίας νοείται ως διαχρονική κοινωνία με τη μία Εκκλησία σε κάθε τόπο. Γι’ αυτό ακριβώς και η διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας συνεπάγεται τον τραυματισμό ενός απ’ τα πιο ουσιώδη χαρακτηριστικά της Εκκλησίας που είναι η καθολικότητά της (§ 11)[20].

Στα πλαίσια αυτά ακριβώς εξετάζεται και το θέμα της αυθεντίας μέσα στην Εκκλησία που νοείται ως «εξουσία», η οποία μεταβιβάστηκε από τον Χριστό μέσω των Αποστόλων στους επισκόπους της Εκκλησίας και περιλαμβάνει τη διακήρυξη και τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, τον αγιασμό των πιστών μέσω των μυστηρίων, και ιδιαίτερα της Θείας Ευχαριστίας, καθώς και την ποιμαντική καθοδήγησή τους (§ 12). Η αυθεντία αυτή, συνδεδεμένη με τη χάρη που λαμβάνουν οι επίσκοποι κατά την χειροτονία τους, δεν αποτελεί ιδιωτικό κτήμα τους, ούτε κανένα αξίωμα, το οποίο τους ανατίθεται εκ μέρους της κοινότητος, αλλά δώρο του Αγίου Πνεύματος που προορίζεται για τη διακονία της κοινότητος και δεν ασκείται ποτέ εκτός αυτής (§ 13). Σε κάθε περίπτωση η άσκησή της πρέπει να είναι διακονία αγάπης, όπως ήταν και του Χριστού. Η αυθεντία αυτή, εφόσον εκφράζει τη θεία εξουσία, δεν μπορεί να υπάρχει στην Εκκλησία παρά μόνο στα πλαίσια της αμοιβαίας αγάπης μεταξύ αυτού που την ασκεί και εκείνων που υπόκεινται σ’ αυτήν. Είναι κατά συνέπεια μια αυθεντία χωρίς κυριαρχία και χωρίς φυσικό ή ηθικό καταναγκασμό, που είναι τελείως διαφορετική από αυτήν των αρχόντων του κόσμου τούτου, γιατί στην ουσία της είναι διακονία. Η άσκηση και η αποτελεσματικότητά της διασφαλίζονται με την ελεύθερη συγκατάθεση και την εκούσια συνεργασία των υποκειμένων σ’ αυτήν (§ 14). Με την έννοια αυτή η αυθεντία είναι συνδεδεμένη με την ουσιώδη δομή της Εκκλησίας, στην οποία ανήκουν η διακηρυσσόμενη πίστη, τα τελούμενα μυστήρια, οι κανόνες και τα θεσπίσματα της Εκκλησίας, που όλα τους
στόχο έχουν τη σωτηρία των πιστών (§ 16) [21].

Στο δεύτερο μέρος του κειμένου (§§ 17-46) γίνεται λόγος για την πραγμάτωση της συνοδικότητας και της αυθεντίας στα τρία προαναφερθέντα επίπεδα: το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο. Στο τοπικό επίπεδο η κοινότητα συναθροισμένη για την τέλεση της Ευχαριστίας περί τον επίσκοπο καταδεικνύει ότι η τοπική Εκκλησία παρουσιάζεται ήδη συνοδική στη δομή της. Η συνοδικότητα αυτή δεν φαίνεται μόνον στις σχέσεις αλληλεγγύης και αμοιβαίας βοήθειας των μελών της τοπικής Εκκλησίας ή στις σχέσεις συμπληρωματικότητας που έχουν μεταξύ τους οι διάφορες εντεταλμένες διακονίες των πρεσβυτέρων και των διακόνων. Περιλαμβάνει επίσης και όλα τα μέλη της κοινότητας που βρίσκονται υπό τον επίσκοπο, ο οποίος είναι ο πρώτος και η κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας (§§ 18-20). Όλα τα χαρίσματα και οι διακονίες στην Εκκλησία συγκλίνουν στην ενότητα υπό το λειτούργημα του επισκόπου, ο οποίος υπηρετεί την κοινωνία της τοπικής Εκκλησίας. Η κοινωνία αυτή αποτελεί το πλαίσιο, μέσα στο οποίο ασκείται κάθε εκκλησιαστική αυθεντία, και είναι το κριτήριο για την άσκησή της εκ μέρους των επισκόπων (§ 21).
Εφόσον η Εκκλησία αποκαλύπτεται ως καθολική στην ευχαριστιακή σύναξη της τοπικής Εκκλησίας, η καθολικότητα αυτή φανερώνεται πραγματικά μόνο σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες, που ομολογούν την αυτή αποστολική πίστη και έχουν την αυτή βασική εκκλησιαστική δομή. Και βεβαίως σε επίπεδο επαρχιακό πρωτεύει η κοινωνία της τοπικής με τις γειτονικές Εκκλησίες, λόγω της κοινής ευθύνης που έχουν όλες τους στα πλαίσια της αποστολής τους εντός της αυτής επαρχίας (§ 22). Στο επαρχιακό επίπεδο η πραγμάτωση της συνοδικότητας και της αυθεντίας ρυθμίζεται από τον 34ο Αποστολικό Κανόνα, που είναι αποδεκτός σε Ανατολή και Δύση και εκφράζει τη σχέση μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών μιας επαρχίας. Σύμφωνα μ’ αυτόν οι επίσκοποι κάθε επαρχίας («έθνους») πρέπει να αναγνωρίζουν εκείνον που είναι ο «πρώτος» μεταξύ τους και να τον θεωρούν ως «κεφαλή», αποφεύγοντας να κάνουν κάτι χωρίς τη δική του σύμφωνη γνώμη. κάθε επίσκοπος πρέπει να κάνει μόνο όσα σχετίζονται με τη δική του «παροικία» και τις εξαρτημένες απ’ αυτήν περιοχές. Αλλά και ο «πρώτος» δεν πρέπει να κάνει τίποτε χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των επισκόπων της επαρχίας του, γιατί έτσι μόνο μπορεί να επικρατήσει ομόνοια στην Εκκλησία προς δόξαν του Τριαδικού Θεού (§ 24). Η πρακτική εφαρμογή του κανόνος αυτού μπορεί να εντοπισθεί στις συνόδους μιας επαρχίας, μιας περιφέρειας ή ενός πατριαρχείου. Το γεγονός ότι η σύνθεση μιας επαρχιακής συνόδου είναι πάντοτε κατ’ ουσίαν επισκοπική αποκαλύπτει ακριβώς την φύση της συνοδικής αυθεντίας σε επαρχιακό επίπεδο. Η αυθεντία μιας συνόδου βασίζεται αποκλειστικά στη φύση του επισκοπικού αξιώματος, και φανερώνει τη συλλογική φύση του επισκοπικού θεσμού στην υπηρεσία της κοινωνίας των Εκκλησιών (§ 25). Βέβαια μία επαρχιακή σύνοδος δεν μπορεί να ασκεί την αυθεντία της σε άλλες εκκλησιαστικές επαρχίες. Ωστόσο η ανταλλαγή πληροφοριών και οι διαβουλεύσεις μεταξύ των μελών διαφόρων επαρχιακών συνόδων φανερώνουν τόσο την καθολικότητα όσο και την αμοιβαία αδελφική συμπαράσταση και αγάπη, που αποτελεί κανόνα μεταξύ όλων των τοπικών Εκκλησιών για τη μεγαλύτερη κοινή τους ωφέλεια (§ 27). Αυτός ήταν κυρίως ο λόγος που συνετέλεσε κατά το εν λόγω κείμενο στην εμφάνιση των πατριαρχείων και των πατριαρχικών συνόδων μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας (§ 28).

Στο παγκόσμιο επίπεδο η πραγμάτωση της συνοδικότητας και της αυθεντίας γίνεται μέσω των Οικουμενικών Συνόδων. Επειδή η καθολικότητα της Εκκλησίας στο επίπεδο αυτό προϋποθέτει και εμπεριέχει τη θεμελιώδη ενότητα όλων των τοπικών Εκκλησιών μεταξύ τους (§ 32), γι’ αυτό μία τοπική Εκκλησία δεν έχει το δικαίωμα να αλλοιώσει το Σύμβολο της Πίστεως που διατυπώθηκε από Οικουμενικές Συνόδους ή με μονομερή απόφασή της να τροποποιήσει θεμελιώδες ζήτημα σχετικό με τη διακονία της Εκκλησίας (§ 33). Γι’ αυτό άλλωστε, όταν κατά την πορεία της ιστορίας ανέκυπταν σοβαρά προβλήματα, τα οποία επηρέαζαν την κοινωνία και συμφωνία μεταξύ των Εκκλησιών σε παγκόσμιο επίπεδο, είτε επρόκειτο για ζητήματα δογματικά είτε για ζητήματα εκκλησιαστικής τάξης και πειθαρχίας, γινόταν προσφυγή στις Οικουμενικές Συνόδους. Οι Σύνοδοι αυτές αναγνωρίσθηκαν ως οικουμενικές, όχι απλώς επειδή συναθροίζονταν επί το αυτό επίσκοποι από όλες τις επαρχίες, και ιδιαίτερα από εκείνες των πέντε πατριαρχείων, της Ρώμης, της Κωνσταντινουπόλεως, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων, σύμφωνα με την αρχαία εκκλησιαστική τάξη, αλλά και γιατί οι επίσημες δογματικές αποφάσεις και διατυπώσεις τους για την κοινή πίστη είναι δεσμευτικές για όλες τις Εκκλησίες και όλους τους πιστούς σε οποιοδήποτε τόπο και χρόνο (§ 35). Υπό την έννοια αυτή κάθε Οικουμενική Σύνοδος που γίνεται αποδεκτή από τη συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος αποτελεί κυριολεκτικά φανέρωση της κοινωνίας ολόκληρης της Εκκλησίας, ενώ ταυτόχρονα διακονεί με τη λειτουργία της την εκκλησιαστική κοινωνία (§ 38). Σε αντίθεση με τις τοπικές και τις επαρχιακές συνόδους, μία Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί ένα «θεσμό», του οποίου η συχνότητα να μπορεί να ρυθμίζεται από κανόνες. είναι μάλλον ένα «γεγονός» που εμπνέεται από το Άγιο Πνεύμα, το οποίο καθοδηγεί την Εκκλησία, ώστε να απεργάζεται εντός αυτής τους θεσμούς που έχει ανάγκη και ανταποκρίνονται στη φύση της (§ 39). Κατά την πρώτη χιλιετία, η κοινωνία των Εκκλησιών σε παγκόσμιο επίπεδο γινόταν συνήθως μέσω αδελφικών σχέσεων μεταξύ των επισκόπων. Οι σχέσεις αυτές κατ’ αρχήν μεταξύ των επισκόπων μιας επαρχίας, μεταξύ των επισκόπων και των «πρώτων» της επαρχίας τους, καθώς και μεταξύ των «πρώτων» των διαφόρων επαρχιών σύμφωνα με την κανονική τάξη της αρχαίας Εκκλησίας, εξέθρεψαν και εδραίωσαν την εκκλησιαστική κοινωνία σε παγκόσμιο επίπεδο (§ 40). Στη συνέχεια τονίζεται σαφώς ότι, καίτοι και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι η παραπάνω κανονική τάξη των πέντε πατριαρχείων αναγνωριζόταν από όλους κατά την περίοδο της αδιαιρέτου Εκκλησίας και ότι η Ρώμη κατείχε την πρώτη θέση σ’ αυτή την τάξη και κατά συνέπεια ο επίσκοπος Ρώμης ήταν ο «πρώτος» μεταξύ των πατριαρχών, εντούτοις διαφωνούν με την ερμηνεία των ιστορικών δεδομένων αυτής της περιόδου, θεωρώντας τα προνόμια του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου» ως ένα ζήτημα, το οποίο κατανοήθηκε διαφορετικά σ’ Ανατολή και Δύση κατά την πρώτη χιλιετία (§ 41). Ωστόσο συμφωνούν ότι η συνοδικότητα που ασκείται σε παγκόσμιο επίπεδο από τις Οικουμενικές Συνόδους συνεπάγεται ενεργό ρόλο του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου» στην τάξη των πέντε πατριαρχείων. Παρά το γεγονός ότι ο επίσκοπος Ρώμης δεν συγκάλεσε ο ίδιος τις οικουμενικές συνόδους των πρώτων αιώνων και ουδέποτε προήδρευσε προσωπικά σ’ αυτές, εντούτοις εμπλεκόταν στενά στη διαδικασία λήψεως των συνοδικών αποφάσεων (§ 42). Κατά συνέπεια το πρωτείο και η συνοδικότητα μέσα στην Εκκλησία βρίσκονται μεταξύ τους σε αμοιβαία εξάρτηση. Αυτό σημαίνει ότι το πρωτείο στα διάφορα επίπεδα της ζωής της Εκκλησίας, το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο, πρέπει να θεωρείται πάντοτε στο πλαίσιο της συνοδικότητας, καθώς επίσης και η συνοδικότητα στο πλαίσιο του πρωτείου (§ 43).

Όσον αφορά το πρωτείο στα διάφορα επίπεδα της εκκλησιαστικής ζωής οι δύο πλευρές διαπιστώνουν ότι:

α) το πρωτείο σε όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτική που είναι σταθερά εδραιωμένη στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας, και β) καίτοι η έννοια του πρωτείου στο παγκόσμιο επίπεδο είναι αποδεκτή τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, εντούτοις υπάρχουν διαφορές κατανοήσεως ως προς τον τρόπο, με τον οποίο πρέπει αυτό να ασκείται, καθώς επίσης και ως προς τη βιβλική και θεολογική θεμελίωσή του (§ 43). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τονίζεται ότι το θέμα σχετικά με το ρόλο του επισκόπου Ρώμης στα πλαίσια της κοινωνίας όλων των Εκκλησιών θα πρέπει να μελετηθεί βαθύτερα. Τα κρίσιμα ερωτήματα που συνδέονται με το θέμα αυτό είναι: α) πώς νοείται η ιδιαίτερη λειτουργία του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου» μέσα στα πλαίσια μιας Εκκλησιολογίας της κοινωνίας και σε συνάρτηση με όσα έχουν διατυπωθεί για τη συνοδικότητα και την αυθεντία στο παρόν κείμενο; και β) πώς θα πρέπει να κατανοηθεί και να περάσει στη ζωή της Εκκλησίας η διδασκαλία της πρώτης και της δεύτερης βατικανής συνόδου για το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης σε παγκόσμιο επίπεδο υπό το φως της εκκλησιαστικής πρακτικής της πρώτης χιλιετίας; Οι απαντήσεις που θα δοθούν στα ερωτήματα αυτά θα καθορίσουν, όπως τονίζεται στο κείμενο και όπως είναι, πιστεύουμε, κατανοητό, την περαιτέρω πορεία του διαλόγου (§ 45). Ωστόσο αποτελεί κοινή πεποίθηση της Μικτής Επιτροπής ότι ήδη το παρόν κείμενο συνιστά σημαντική πρόοδο στο Θεολογικό Διάλογο, δεδομένου ότι πέραν της συμφωνίας των δύο πλευρών για την εκκλησιαστική κοινωνία, τη συνοδικότητα και την αυθεντία μέσα στην Εκκλησία, παρέχει και τη σταθερή βάση για τη μελλοντική συζήτηση του θέματος του «πρωτείου» εντός της Εκκλησίας στο παγκόσμιο επίπεδο (§ 46).

Προς άρση τυχόν παρεξηγήσεων των εκκλησιολογικών όρων και εκφράσεων που περιλαμβάνονται στο παρόν, καθώς και στα προηγούμενα κείμενα, όπως «η Εκκλησία», «η ανά τον κόσμον Εκκλησία», «η αδιαίρετος Εκκλησία» ή «το σώμα του Χριστού», οι δύο αντιπροσωπείες της Μικτής Επιτροπής αισθάνθηκαν την ανάγκη να διευκρινίσουν σε υποσημείωση του κειμένου ότι οι εκφράσεις αυτές δεν υπονομεύουν την εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία της κάθε μιας από τις δύο διαλεγόμενες Εκκλησίες. Ωστόσο φρονούμε ότι η διευκρίνιση αυτή είναι τελείως περιττή, γιατί σ’ όλα αυτά τα κείμενα από την αρχή του Θεολογικού Διαλόγου μέχρι σήμερα οι δύο αντιπροσωπείες κατέβαλαν την προσπάθεια να περιγράψουν με τις παραπάνω εκφράσεις τη συνείδηση της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας και όχι τη δική τους εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία, η οποία αναμφίβολα, όπως πιστεύουν και οι δύο πλευρές, αντικατοπτρίζεται στην περιγραφή που επιχειρούν.
Στη συνάφεια αυτή θα θέλαμε να αναφερθούμε σε ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα από ορθόδοξη άποψη σημεία του κειμένου, κάνοντας ταυτόχρονα και κάποιες παρατηρήσεις:

α) Κατ’ αρχήν πρέπει να τονίσουμε ότι είναι πολύ σημαντικό από ορθόδοξη άποψη ότι το Κείμενο της Ραβέννας ως συνέχεια και προέκταση των κειμένων του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988) εξετάζει το θέμα της συνοδικότητας και της αυθεντίας ως εκκλησιολογικών και κανονικών συνεπειών της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας σε τοπικό, επαρχιακό και παγκόσμιο επίπεδο επί τη βάσει της ορθοδόξου Τριαδολογίας και της ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται μια σταθερή θεολογική θεμελίωση όχι μόνο της σχέσης μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητας σε κάθε ένα από τα τρία επίπεδα, αλλά και της σχέσης, καθώς και των ορίων μεταξύ αυθεντίας της τοπικής και αυθεντίας της καθολικής Εκκλησίας.
Με την έννοια αυτή ο θεσμός του «πρώτου» σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη δεν υποδηλώνει κάποια μείωση ή κατωτερότητα των λοιπών επισκόπων ως προς την φύση του επισκοπικού αξιώματος σε κάθε ένα από τα παραπάνω τρία επίπεδα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την τάξη των προσώπων της Αγ. Τριάδος. η «αρίθμηση» του Πατρός ως πρώτου προσώπου της Αγ. Τριάδος δεν σημαίνει τη μείωση ή την κατωτερότητα ως προς τη φύση του Υιού και του Αγ. Πνεύματος[22].

Εξάλλου η αυθεντία της τοπικής Εκκλησίας που εκφράζεται με το κήρυγμα και τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, την τέλεση των μυστηρίων και την ποιμαντική καθοδήγηση των πιστών δεν διαφέρει ως προς τη φύση της από την αυθεντία της καθολικής Εκκλησίας. Κι’ αυτό γιατί, όπως τονίσθηκε ήδη εν εκτάσει στο κείμενο του Μονάχου επί τη βάσει της ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας και επαναλαμβάνεται συνοπτικά και συχνά στο παρόν κείμενο, η καθολική Εκκλησία φανερώνεται δια της Θείας Ευχαριστίας στη σύναξη της τοπικής Εκκλησίας και κατά συνέπεια τοπική και καθολική Εκκλησία ταυτίζονται στη Θεία Ευχαριστία, η οποία αποτελεί άλλωστε σύμφωνα και με το εν λόγω κείμενο μία από τις κυριότερες εκφράσεις της εκκλησιαστικής αυθεντίας[23]. Ωστόσο η αυθεντία στο παγκόσμιο επίπεδο, όπου υπάρχει μυστηριακή κοινωνία όλων των τοπικών Εκκλησιών μεταξύ τους, δεν ασκείται από μια τοπική Εκκλησία, οποιαδήποτε κι’ αν είναι αυτή, αλλά από τις Οικουμενικές Συνόδους, που φανερώνουν την κοινωνία του συνόλου των τοπικών Εκκλησιών. Γι’ αυτό δεν μπορεί μια τοπική Εκκλησία, ευρισκόμενη σε κοινωνία με τις υπόλοιπες τοπικές Εκκλησίες σε παγκόσμιο επίπεδο, να απορρίψει ή να τροποποιήσει κατά την άσκηση της αυθεντίας της αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, που αναφέρονται είτε σε ζητήματα πίστεως είτε σε ζητήματα εκκλησιαστικής τάξεως και πειθαρχίας. Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι δεσμευτικές και κανονιστικές για όλες τις τοπικές Εκκλησίες[24].

β) Επίσης έχουμε τη γνώμη ότι η περιεχόμενη στο κείμενο εκκλησιολογική θέση, σύμφωνα με την οποία «Η Εκκλησία του Θεού υπάρχει όπου υπάρχει κοινότης συνηγμένη εν τη Ευχαριστία, εις την οποίαν προεξάρχει απ’ ευθείας ή μέσω των πρεσβυτέρων του ο νομίμως χειροτονηθείς εν τη αποστολική διαδοχή επίσκοπος, ο οποίος διδάσκει την παραληφθείσαν εκ μέρους των Αποστόλων πίστιν, εν κοινωνία μετά των λοιπών επισκόπων και των Εκκλησιών των» (§ 18), συνιστά από ρωμαιοκαθολικής πλευράς σαφή εκκλησιολογική πρόοδο σε σχέση με αντίστοιχες θέσεις της Β΄ Βατικανής Συνόδου και κυρίως της Διακήρυξης «Dominus Jesus», η οποία μάλιστα συντάχθηκε υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία του τότε καρδιναλίου Joseph Ratzinger και σημερινού πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ και κυκλοφόρησε με την επικύρωση του πάπα Ιωάννη - Παύλου Β΄ (6 Αυγούστου 2000)[25].
Ως γνωστόν, η Β΄ Βατικανή Σύνοδος με το Διάταγμα περί Οικουμενισμού «Unitatis redintegratio» και το κείμενο «Lumen gentium», τονίζει σαφώς την αυτοσυνειδησία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ως της Εκκλησίας του Χριστού, δεχόμενη ότι η Εκκλησία του Χριστού «υφίσταται» ή αλλιώς «έχει τη συγκεκριμένη της ύπαρξη (subsistit in) στην Καθολική Εκκλησία, που διοικείται από το διάδοχο του Πέτρου κι’ από τους επισκόπους που βρίσκονται σε κοινωνία μαζί του»[26]. Ωστόσο, στηριζόμενη στην «Εκκλησιολογία της κοινωνίας», αποφεύγει την αποκλειστική και ολοκληρωτική ταύτιση μεταξύ της Εκκλησίας του Χριστού και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και γι’ αυτό δεν διστάζει να αναγνωρίσει τα «εκκλησιαστικά στοιχεία» (elementa ecclesiae) των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Κοινοτήτων, και κυρίως βέβαια της Ορθοδόξου Εκκλησίας[27]. Μάλιστα η παπική Εγκύκλιος «Ut unum sint» (1995), καίτοι υπενθυμίζει και αποδέχεται την παραπάνω θέση του «Lumen gentium»[28], την προεκτείνει και τη συμπληρώνει εκκλησιολογικά, αναγνωρίζοντας την εκκλησιαστικότητα των λοιπών χριστιανικών Εκκλησιών και Κοινοτήτων[29] και θεωρώντας ιδιαίτερα την Ορθόδοξη Εκκλησία ως το δεύτερο πνευμόνι, με το οποίο πρέπει να αναπνέει η Εκκλησία του Χριστού[30]. Παρά ταύτα η Διακήρυξη «Dominus Jesus», σε αντίθεση με το ανοιχτό πνεύμα της Β΄ Βατικανής Συνόδου και της παπικής Εγκυκλίου «Ut unum sint», ταυτίζει απολύτως τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με την Εκκλησία του Χριστού και οδηγείται κατ’ αυτό τον τρόπο σε σαφή εκκλησιολογική αποκλειστικότητα. «Υπάρχει», υπογραμμίζει, «μία και μόνον Εκκλησία του Χριστού, η οποία υφίσταται στην Καθολική Εκκλησία που διοικείται από το διάδοχο του Πέτρου και από τους επισκόπους που βρίσκονται σε κοινωνία με αυτόν»[31]. Οι άλλες Εκκλησίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η Ορθόδοξη Εκκλησία, περιέχουν «απλώς και μόνο κάποια εκκλησιαστικά στοιχεία» και γι’ αυτό, όπως διευκρινίζεται, ο βαθμός της «εκκλησιαστικότητάς» τους εξαρτάται από τον βαθμό της συμφωνίας τους με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία[32].
Από την άποψη αυτή, καίτοι η ρωμαιοκαθολική πλευρά στο διάλογο δεν αφίσταται από την εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία της, όπως τονίζεται ήδη στη μοναδική υποσημείωση που υπάρχει στο εν λόγω κείμενο, η παραπάνω εκκλησιολογική θέση του κειμένου αυτού (§ 18), στηριζόμενη στην Εκκλησιολογία της κοινωνίας, και ιδιαίτερα στην ευχαριστιακή Εκκλησιολογία της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας, είναι πιο προχωρημένη από την Εκκλησιολογία της Β΄ Βατικανής Συνόδου, ακόμη, θα λέγαμε, και από αυτήν της παπικής Εγκυκλίου «Ut unum sint», ενώ οπωσδήποτε διαφοροποιείται σαφώς από την αντίστοιχη θέση της Διακήρυξης «Dominus Jesus». Με άλλα λόγια το κριτήριο για την ύπαρξη της Εκκλησίας του Χριστού δεν είναι εν προκειμένω σύμφωνα με το Κείμενο της Ραβέννας η Εκκλησία που ποιμαίνεται από το διάδοχο του αποστόλου Πέτρου και τους επισκόπους που βρίσκονται σε κοινωνία με αυτόν, αλλά η ευχαριστιακή σύναξη, στην οποία προεξάρχει είτε απευθείας είτε μέσω των πρεσβυτέρων του ο επίσκοπος που έχει μέσω της χειροτονίας του την αποστολική διαδοχή και διδάσκει την παραληφθείσα εκ μέρους των Αποστόλων πίστη, ευρισκόμενος σε κοινωνία με τους λοιπούς επισκόπους και τις τοπικές εκκλησίες τους. Το σημαντικό στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι το κριτήριο αυτό όχι μόνο δεν προσκρούει στην αυτοσυνειδησία καμιάς από τις δύο διαλεγόμενες Εκκλησίες, αλλά θέτει γενικότερα και τις βασικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση μιας κοινότητας ως Εκκλησίας, αφήνοντας ωστόσο ελεύθερο το πεδίο του διαλόγου σχετικά με το αν και κατά πόσον η κοινότητα αυτή που θεωρείται επί τη βάσει των ανωτέρω προϋποθέσεων ως Εκκλησία διδάσκει ορθά ή όχι την εκ μέρους των Αποστόλων παραληφθείσα πίστη.

γ) Εξάλλου η ρητή και εμφαντική προσπάθεια θεμελίωσης μέσα στο κείμενο της σχέσης του «πρώτου» με τους περί αυτόν επισκόπους και στα τρία επίπεδα, το τοπικό, το επαρχιακό και το παγκόσμιο, στον 34ο Αποστολικό Κανόνα (§ 24) που εκφράζει πράγματι την κανονική παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, η οποία μάλιστα παράδοση αποτυπώνεται και στον 9ο Κανόνα της εν Εγκαινίοις συνόδου της Αντιοχείας (341)[33], αποτελεί κατά τη γνώμη μας τη σταθερή βάση από ορθόδοξη άποψη για τη συζήτηση στο διάλογο και του θέματος της εκκλησιολογικής και κανονικής νομιμότητας των αυθαίρετων και μονομερών ενεργειών του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου τη τάξει» σε παγκόσμιο επίπεδο στα πλαίσια της αδιαίρετης Εκκλησίας. Η υπογράμμιση του γεγονότος, ότι ο «πρώτος» με βάση τον 34ο Αποστολικό Κανόνα τίποτε δεν μπορεί να κάνει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων των περί αυτών επισκόπων, δεν αφήνει περιθώρια δικαιολόγησης των μονομερών ενεργειών του επισκόπου Ρώμης, όπως λ.χ. της προσθήκης του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, με τις οποίες δεν συμφωνεί το σύνολο των επισκόπων της καθ’ όλου Εκκλησίας. Βεβαίως μέσα στο κείμενο δεν αναφέρεται ρητά ποια θα πρέπει να είναι η ακολουθητέα κανονική λύση στην περίπτωση διαφωνίας του «πρώτου» με το σύνολο των επισκόπων. Ωστόσο πιστεύουμε ότι ο 34ος Αποστολικός Κανόνας δίνει εμμέσως πλην σαφώς την κανονική λύση στο εν λόγω πρόβλημα, θέτοντας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εκκλησιολογική και κανονική νομιμότητα των ενεργειών του «πρώτου» τη σύμφωνη γνώμη των περί αυτόν επισκόπων. Διαφορετικά δεν διασώζεται η «ομόνοια» μέσα στην Εκκλησία, στην οποία ακριβώς αποσκοπεί ο εν λόγω κανόνας, θέτοντας την ανωτέρω περιοριστική προϋπόθεση.
Εξάλλου, όπως τονίζεται ήδη μέσα στο κείμενο, καίτοι ο επίσκοπος Ρώμης ως «πρώτος» μεταξύ των πέντε πατριαρχών της αδιαιρέτου Εκκλησίας εμπλέκεται ενεργά στη διαδικασία λήψης αποφάσεων εκ μέρους των Οικουμενικών Συνόδων, η συνοδικότητα και η στενά συνδεδεμένη μ’ αυτήν αυθεντία σε παγκόσμιο επίπεδο δεν ασκείται από τον ίδιο, αλλά από τις Οικουμενικές Συνόδους, δηλ. από το σύνολο των συναθροιζομένων επισκόπων[34]. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τα λεγόμενα και στο σημείο αυτό του κειμένου, για τη συνείδηση της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας κατά την άσκηση της αυθεντίας σε παγκόσμιο επίπεδο δεν υπάρχουν περιθώρια για τη νομιμοποίηση των μονομερών ενεργειών του «πρώτου τη τάξει» επισκόπου της Εκκλησίας που έρχονται σε αντίθεση με το σύνολο του επισκοπικού σώματος[35].

δ) Πιο συγκεκριμένα το σημείο αυτό διευκρινίζεται μέσα στο κείμενο από την άποψη των κανονικών αρμοδιοτήτων μιας τοπικής Εκκλησίας. Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, «Μία τοπική Εκκλησία δεν δύναται να αλλοιώση το Σύμβολον της Πίστεως, το οποίον διετυπώθη υπό των Οικουμενικών Συνόδων… Μία τοπική επίσης Εκκλησία δεν δύναται διά μονομερούς αποφάσεως να τροποποιήση εν θεμελιώδες ζήτημα αφορών εις την μορφήν της διακονίας» της Εκκλησίας[36].
Πέραν του ότι στο σημείο αυτό υπάρχει ένας σαφέστατος υπαινιγμός κατά της μονομερούς προσθήκης του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως εκ μέρους του επισκόπου Ρώμης (κατά το έτος 1014), αλλά και της τροποποίησης του «πρωτείου τη τάξει» του επισκόπου Ρώμης - που ήταν νοητό στην αρχαία Εκκλησία μόνο ως «πρωτείο τιμής» - σε «πρωτείο εξουσίας» εφ’ ολοκλήρου της Εκκλησίας, το οποίο κατά τη ρωμαιοκαθολική αντίληψη νοείται ως μία μορφή διακονίας στα πλαίσια της εκκλησιαστικής ζωής, έχουμε τη γνώμη ότι με την παράγραφο αυτή η ορθόδοξη αντιπροσωπεία κατόρθωσε αναμφίβολα να περάσει μέσα στο κείμενο την εκκλησιολογική θέση της για τα κανονικά όρια των αρμοδιοτήτων του επισκόπου Ρώμης σε σχέση αφενός με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και αφετέρου με την άσκηση της «διακονίας» του στα πλαίσια της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας. Ανεξάρτητα όμως από την επιτυχία που σημείωσε εν προκειμένω η ορθόδοξη αντιπροσωπεία στα πλαίσια της Μικτής Επιτροπής, η διατύπωση αυτή και η αποδοχή της από πλευράς της ρωμαιοκαθολικής αντιπροσωπείας συνιστά πολύ θετική εξέλιξη στην πορεία του Θεολογικού Διαλόγου.

ε) Τέλος, έχουμε τη γνώμη ότι παρά το γεγονός ότι τίποτε δεν λέγεται σαφώς μέσα στο κείμενο για την απόρριψη και τη διαγραφή του τίτλου «Πατριάρχης της Δύσεως» εκ μέρους του πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄ από το Ποντιφικό Ημερολόγιο, αρχής γενομένης από το έτος 2006, εντούτοις τα όσα αναφέρονται σχετικά με το «πρωτείο» στα τρία επίπεδα (τοπικό, επαρχιακό και παγκόσμιο) επί τη βάσει του 34ου Αποστολικού Κανόνα, καθώς και σχετικά με τη θεώρηση του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου» μεταξύ των πέντε πατριαρχών της αδιαίρετης Εκκλησίας σύμφωνα με την αρχαία εκκλησιαστική τάξη[37], παρουσιάζουν εμμέσως πλην σαφώς την ενέργεια της διαγραφής του εν λόγω τίτλου ως τελείως ασύμφωνη και αντιφατική προς την Εκκλησιολογία και την κανονική παράδοση της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας[38]. Κι’ αυτό γιατί η αναγνώριση του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου τη τάξει» σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ των πέντε πατριαρχών της αρχαίας Εκκλησίας προϋποθέτει σύμφωνα με το Κείμενο της Ραβέννας τη θεώρησή του ως «πρώτου» τόσο στο τοπικό όσο και στο επαρχιακό επίπεδο. Με άλλα λόγια το «πρωτείο» του στο παγκόσμιο επίπεδο υπό την ορθόδοξη έννοια του όρου και σύμφωνα με το εν λόγω κείμενο δεν νοείται ανεξάρτητα από το «πρωτείο» του στο τοπικό και στο επαρχιακό επίπεδο. Όπως λοιπόν δεν είναι επιτρεπτό να απεμπολήσει την ιδιότητά του ως «πρώτου» στο τοπικό επίπεδο της Ρώμης, έτσι δεν είναι επιτρεπτό να απεμπολήσει την ιδιότητά του ως «πρώτου» στην επαρχία της Δύσεως, την οποία είχε υπό την εκκλησιαστική του δικαιοδοσία ως «πατριάρχης της Δύσεως». Επειδή ως επίσκοπος Ρώμης είναι «πατριάρχης της Δύσεως», γι’ αυτό έχει τη θέση του στην πενταρχία των πατριαρχών της αρχαίας Εκκλησίας, θεωρούμενος ως «πρώτος τη τάξει» μεταξύ αυτών. Διαφορετικά δεν δικαιολογείται το «πρωτείο» του στο παγκόσμιο επίπεδο μέσα στα πλαίσια της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας.

Συμπέρασμα

Ύστερα από όσα είπαμε, γίνεται κατανοητό ότι η επανέναρξη του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και μάλιστα με ένα τόσο σημαντικό θέμα, όπως αυτό της συνοδικότητας και της αυθεντίας στα πλαίσια της εκκλησιαστικής κοινωνίας, το οποίο εξετάσθηκε με βάση την ευχαριστιακή Εκκλησιολογία της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας και κατέληξε, όπως είδαμε, ύστερα από διαβουλεύσεις και συζητήσεις στο Κείμενο της Ραβέννας, αποτελεί πράγματι πολύ ελπιδοφόρο γεγονός για την πορεία και την εξέλιξη του Θεολογικού Διαλόγου. Ήδη με το κείμενο αυτό, που συνεχίζει και προεκτείνει, όπως τονίσαμε, την εκκλησιολογική προβληματική των κειμένων του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988), τέθηκαν οι σταθερές βάσεις, για να γίνει κατά την προσεχή Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής το επόμενο μεγάλο βήμα: να εξετασθεί δηλ. ο ρόλος του επισκόπου Ρώμης ως «πρώτου τη τάξει» μεταξύ των πατριαρχών στα πλαίσια της εκκλησιαστικής κοινωνίας κατά την περίοδο της αδιαίρετης Εκκλησίας. Και το βήμα αυτό, όπως αντιλαμβανόμαστε, είναι πολύ σημαντικό για την υπέρβαση ενός από τα μεγαλύτερα αίτια που προκάλεσαν το σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών, αλλά και από τα μεγαλύτερα εμπόδια που δυσχεραίνουν την πορεία προς αποκατάσταση της μυστηριακής ενότητας μεταξύ τους.
Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε ότι ήδη αυτό καθ’ εαυτό το Κείμενο της Ραβέννας αποτελεί από ορθόδοξη άποψη ένα πολύ σημαντικό βήμα στο διάλογο μεταξύ των δύο Εκκλησιών, γιατί, όπως φάνηκε από όσα είπαμε παραπάνω, θέτει τις εκκλησιολογικές βάσεις για τη συζήτηση στα πλαίσια του διαλόγου της θεολογικής και κανονικής νομιμότητας των μονομερών ενεργειών του επισκόπου Ρώμης, όπως η προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, η τροποποίηση του «πρωτείου τιμής» σε «πρωτείο εξουσίας» εφ’ ολοκλήρου της Εκκλησίας, καθώς επίσης και η κατάργηση του τίτλου «Πατριάρχης της Δύσεως», που δεν συνάδουν με την Εκκλησιολογία της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας.
Έτσι, καίτοι ο διάλογος ύστερα από πρόταση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής ξεκίνησε από τα σημεία που ενώνουν τις δύο Εκκλησίες, ήδη οδηγείται κατ’ ανάγκην με αργά αλλά σταθερά βήματα στην εξέταση των διαφορών μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Το παρήγορο βέβαια εν προκειμένω είναι ότι οι διαφορές αυτές κατόπιν συμφωνίας και των δύο πλευρών εξετάζονται και θα εξετάζονται κατά την πορεία του διαλόγου υπό το πρίσμα της θεολογίας της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας. Και αυτό ακριβώς αποτελεί δέσμευση των δύο διαλεγομένων Εκκλησιών όχι μόνο κατά την έναρξη αλλά και κατά την επανέναρξη του Θεολογικού Διαλόγου. Αρκεί βέβαια να μην εγκλωβισθεί και πάλι ο διάλογος σε ακανθώδη και δυσεπίλυτα θέματα, χωρίς να τεθούν εκ των προτέρων οι σταθερές θεολογικές βάσεις για την αντιμετώπισή τους.

Ανεξάρτητα όμως από την πορεία και την εξέλιξη του Θεολογικού αυτού Διαλόγου μετά το νέο του ξεκίνημα θα πρέπει ως Ορθόδοξοι να έχουμε πάντοτε υπόψη μας ότι οι υπάρχουσες διαφορές μεταξύ των δύο Εκκλησιών δεν μπορούν να λυθούν έξω και μακριά από το πλαίσιο και το κλίμα του διαλόγου. Ο διάλογος είναι το μόνο πρόσφορο μέσο για την επίλυση των υπαρχουσών διαφορών μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Κι’ αυτό γιατί, όπως τονίζει ήδη εξ αφορμής των αντιρρήσεων της εποχής του ο άγ. Μάρκος ο Ευγενικός, «Ότε διίστανταί τινες αλλήλων και ου χωρούσι προς λόγους, δοκεί μείζων είναι και η μεταξύ τούτων διαφορά. ότε δ’ εις λόγους συνέλθωσι και εκάτερον μέρος νουνεχώς ακροάσηται τα παρ’ εκατέρου λεγόμενα, ευρίσκεται πολλάκις ολίγη η τούτων διαφορά»[39]. Κανείς δεν θα μπορούσε στο σημείο αυτό να είναι πιο εύγλωττος, για να τονίσει με τόσο σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, όπως ο άγ. Μάρκος ο Ευγενικός, τόσο τη διαχρονική αναγκαιότητα του θεολογικού διαλόγου ως μέσου για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των Εκκλησιών, όσο και τη στάση που πρέπει να τηρεί η κάθε πλευρά κατά την πορεία του διαλόγου, προκειμένου να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ


ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΑΙ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ
ΤΗΣ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΣ ΚΑΙ ΑΥΘΕΝΤΙΑ


Ραβέννα, 13 Οκτωβρίου 2007

Εισαγωγή

1. «Ίνα πάντες έν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν έν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας» (Ιω. 17, 21). Ευχαριστούμεν τον Τριαδικόν Θεόν, ο οποίος συνήγαγεν ημάς – τα μέλη της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής διά τον Θεολογικόν Διάλογον μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας – ώστε να ανταποκριθώμεν από κοινού εν υπακοή εις αυτήν την προσευχήν του Ιησού. Έχομεν επίγνωσιν ότι ο διάλογός μας αρχίζει εκ νέου εντός ενός κόσμου, ο οποίος έχει αλλάξει ριζικώς κατά τους προσφάτους καιρούς. Αι διαδικασίαι της εκκοσμικεύσεως και της παγκοσμιοποιήσεως, καθώς και η πρόκλησις εκ μέρους νέων συναντήσεων μεταξύ Χριστιανών και πιστών άλλων θρησκειών, απαιτούν και πάλιν επειγόντως από τους μαθητάς του Χριστού να δίδουν μαρτυρίαν της πίστεως, της αγάπης και της ελπίδος των. Είθε το Πνεύμα του Αναστάντος Κυρίου να ενδυναμώνη τας καρδίας και τας διανοίας μας, προκειμένου να φέρωμεν τους καρπούς της ενότητος εις την σχέσιν μεταξύ των Εκκλησιών μας, ώστε από κοινού να διακονήσωμεν την ενότητα και την ειρήνην όλης της ανθρωπίνης οικογενείας. Είθε το αυτό Πνεύμα να μας οδηγήση εις την πλήρη έκφρασιν του μυστηρίου της εκκλησιαστικής κοινωνίας, το οποίον αναγνωρίζομεν ευγνωμόνως ως θαυμαστόν δώρον του Θεού εις τον κόσμον, εν μυστήριον, του οποίου το κάλλος ακτινοβολεί ιδιαιτέρως εις την αγιότητα των αγίων, εις την οποίαν καλούμεθα πάντες.

2. Επί τη βάσει του σχεδίου, το οποίον υιοθετήθη κατά την πρώτην συνάντησίν της εν Ρόδω το 1980, η Μικτή Επιτροπή ήρχισε να ασχολήται με το μυστήριον της εκκλησιαστικής κοινωνίας υπό το φως του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος και της Ευχαριστίας. Τούτο κατέστησε δυνατήν μίαν βαθυτέραν κατανόησιν της εκκλησιαστικής κοινωνίας, τόσον εις το επίπεδον της τοπικής κοινότητος περί τον επίσκοπον αυτής, όσον και εις το επίπεδον των σχέσεων μεταξύ επισκόπων και μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών, των οποίων έκαστος προΐσταται, εν κοινωνία μετά της Μιάς Εκκλησίας του Θεού, της εκτεινομένης εις ολόκληρον τον κόσμον (Κείμενον του Μονάχου, 1982). Προκειμένου να διευκρινίση την φύσιν της κοινωνίας, η Μικτή Επιτροπή υπεγράμμισε την σχέσιν, η οποία υπάρχει μεταξύ της πίστεως, των μυστηρίων – ιδιαιτέρως των τριών μυστηρίων της χριστιανικής μυήσεως – και της ενότητος της Εκκλησίας (Κείμενον του Bari, 1987). Kατόπιν δια της μελέτης του μυστηρίου της ιερωσύνης εν τη μυστηριακή δομή της Εκκλησίας, η Επιτροπή επεσήμανε σαφώς τον ρόλον της αποστολικής διαδοχής ως εγγυήσεως της κοινωνίας της καθ’ όλου Εκκλησίας και της συνεχείας της μετά των Αποστόλων εν παντί καιρώ και τόπω (Κείμενον του Βάλαμο, 1988). Από το 1990 μέχρι το 2000 το κύριον θέμα, το οποίον συνεζητήθη υπό της Επιτροπής, ήτο αυτό της «Ουνίας» (Κείμενον του Balamand, 1993· Βαλτιμόρη, 2000), εν θέμα, το οποίον θα εξετάσωμεν περαιτέρω εις το εγγύς μέλλον. Επί του παρόντος επιλαμβανόμεθα του θέματος, το οποίον ετέθη εις το τέλος του Κειμένου του Βάλαμο και διασκεπτόμεθα περί της εκκλησιαστικής κοινωνίας, της συνοδικότητος και της αυθεντίας.

3. Επί τη βάσει των κοινών αυτών διαβεβαιώσεων της πίστεως μας, πρέπει τώρα να εξαγάγωμεν τας εκκλησιολογικάς και κανονικάς συνεπείας, αι οποίαι απορρέουν εκ της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας. Εφόσον η Ευχαριστία, υπό το φως του Τριαδικού μυστηρίου, αποτελεί το κριτήριον της καθ’ όλου εκκλησιαστικής ζωής, πώς αι θεσμικαί δομαί αντανακλούν κατά τρόπον ορατόν το μυστήριον αυτής της κοινωνίας; Εφόσον η μία και αγία Εκκλησία πραγματούται τόσον εντός εκάστης τοπικής Εκκλησίας, η οποία τελεί την Ευχαριστίαν, και ταυτοχρόνως εντός της κοινωνίας όλων των Εκκλησιών, πώς η ζωή των Εκκλησιών καθιστά έκδηλον αυτήν την μυστηριακήν δομήν;

4. Ενότης και πολλαπλότης, η σχέσις μεταξύ της μιας Εκκλησίας και των πολλών τοπικών Εκκλησιών, αυτή η συστατική σχέσις της Εκκλησίας, θέτει επίσης το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ της αυθεντίας, η οποία είναι εγγενής εις έκαστον εκκλησιαστικόν θεσμόν, και της συνοδικότητος, η οποία απορρέει εκ του μυστηρίου της Εκκλησίας ως κοινωνίας. Καθ’ όσον οι όροι «αυθεντία» και «συνοδικότης» καλύπτουν μίαν πολύ ευρείαν περιοχήν, θα αρχίσωμεν ορίζοντες τον τρόπον, κατά τον οποίον τους αντιλαμβανόμεθα1. [40]

Ι. Τα θεμέλια της Συνοδικότητος και της Αυθεντίας

1. Συνοδικότης

5. Ο όρος συνοδικότης προέρχεται εκ της ελληνικής λέξεως «σύνοδος» (λατινιστί concilium), η οποία πρωτίστως σημαίνει σύναξιν επισκόπων, οι οποίοι ασκούν εν ιδιαίτερον καθήκον. Είναι εν τούτοις δυνατόν να εκληφθή επίσης ο όρος εν ευρυτέρα εννοία, ως αναφερόμενος εις όλα τα μέλη της Εκκλησίας (πρβλ. τον ρωσικόν όρον sobornost). Κατά συνέπειαν θα ομιλήσωμεν πρωτίστως περί της συνοδικότητος ως δηλούσης ότι έκαστον μέλος του Σώματος του Χριστού, δυνάμει του Βαπτίσματος, έχει την θέσιν του ή την θέσιν της και ιδίαν ευθύνην εις την ευχαριστιακήν κοινωνίαν (λατινιστί communio). Η συνοδικότης αντανακλά το Τριαδικόν μυστήριον και ευρίσκει εις αυτό την τελικήν θεμελίωσίν της. Τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος «αριθμούνται», όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος (Περί του Αγίου Πνεύματος, 45), χωρίς ο χαρακτηρισμός των ως «δευτέρου» ή «τρίτου» προσώπου να υποδηλώνη μείωσιν ή υποταγήν τινα. Ομοίως, υφίσταται επίσης μία τάξις μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών, η οποία εν τούτοις δεν υποδηλώνει ανισότητα εις την εκκλησιαστικήν των φύσιν.

6. Η Ευχαριστία φανερώνει την τριαδικήν κοινωνίαν, η οποία πραγματούται εις τους πιστούς ως μία οργανική ενότης πολλών μελών, έκαστον των οποίων έχει έν χάρισμα, μίαν υπηρεσίαν ή μίαν ιδίαν διακονίαν, αι οποίαι εις την ποικιλίαν και την διαφορετικότητά των είναι αναγκαίαι δια την οικοδόμησιν πάντων εις το εν εκκλησιαστικόν Σώμα του Χριστού (πρβλ. 1 Κορ. 12, 4-30). Όλοι καλούνται, δεσμεύονται και θεωρούνται υπεύθυνοι – έκαστος κατά διαφορετικόν, αλλ’ ουχ ήττον πραγματικόν τρόπον – εις την από κοινού πραγματοποίησιν των έργων, τα οποία διά του Αγίου Πνεύματος, καθιστούν παρούσαν εις την Εκκλησίαν την διακονίαν του Χριστού, «της οδού, της αληθείας και της ζωής» (Ιω. 14, 6). Κατ’ αυτόν τον τρόπον πραγματοποιείται εις την ανθρωπότητα το μυστήριον της σωτηριώδους κοινωνίας μετά της Αγίας Τριάδος.

7. Όλη η κοινότης και έκαστον πρόσωπον εντός αυτής είναι φορεύς της «εκκλησιαστικής συνειδήσεως», όπως την αποκαλεί η ελληνική θεολογία, το sensus fidelium κατά την λατινικήν ορολογίαν. Λόγω του Βαπτίσματος και του Χρίσματος έκαστον μέλος της Εκκλησίας ασκεί μίαν μορφήν αυθεντίας εντός του Σώματος του Χριστού. Υπό την έννοιαν αυτήν, όλοι οι πιστοί (και όχι μόνον οι επίσκοποι) είναι υπεύθυνοι διά την πίστιν, την οποίαν ομολογούν κατά το Βάπτισμά των. Είναι κοινή διδασκαλία μας ότι ο λαός του Θεού, ο οποίος εδέχθη «το χρίσμα από του αγίου» (1 Ιω. 2, 20 και 27), εν κοινωνία μετά των ποιμένων του, δεν δύναται να πλανηθή εις ζητήματα πίστεως (πρβλ. Ιω. 16, 13).

8. Διακηρύσσοντες την πίστιν της Εκκλησίας και διευκρινίζοντες τους κανόνας της χριστιανικής συμπεριφοράς, οι επίσκοποι δια του θείου θεσμού των έχουν εν ιδιαίτερον καθήκον. «Ως διάδοχοι των Αποστόλων οι επίσκοποι είναι υπεύθυνοι διά την κοινωνίαν εν τη αποστολική πίστει και διά την πιστότητα εις τας απαιτήσεις ενός βίου συμφώνως προς το Ευαγγέλιον» (Κείμενον του Βάλαμο, § 40).

9. Αι σύνοδοι είναι ο κύριος τρόπος, διά του οποίου ασκείται η κοινωνία μεταξύ των επισκόπων (πρβλ. Κείμενον του Βάλαμο, § 52). Διότι «η προσκόλλησις εις την αποστολικήν κοινωνίαν συνδέει το σύνολον των επισκόπων μεταξύ των, δια της συνδέσεως της επισκοπής των τοπικών Εκκλησιών προς τον σύλλογον των Αποστόλων. Και ούτοι επίσης συγκροτούν σύλλογον ερριζωμένον υπό του Πνεύματος εις το «άπαξ διά παντός» της αποστολικής ομάδος, μοναδικού μάρτυρος της πίστεως. Τούτο σημαίνει όχι μόνον ότι οφείλουν να είναι ηνωμένοι μεταξύ των εις την πίστιν, την φιλανθρωπίαν, την αποστολήν, την καταλλαγήν, αλλ' ότι έχουν κοινήν την αυτήν ευθύνην και την αυτήν διακονίαν εις την Εκκλησίαν» (Κείμενον του Μονάχου, ΙΙΙ, 4).

10. Η συνοδική αυτή διάστασις της ζωής της Εκκλησίας ανήκει εις την βαθέως τεθεμελιωμένην φύσιν της. Τούτο σημαίνει ότι θεμελιούται εις την θέλησιν του Χριστού διά τον λαόν Του (πρβλ. Ματθ. 18, 15-20), ακόμη και αν αι κανονικαί πραγματώσεις της προσδιορίζονται κατ' ανάγκην επίσης υπό της ιστορίας και υπό του κοινωνικού, πολιτικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος. Ούτως οριζόμενη η συνοδική διάστασις της Εκκλησίας πρέπει να αναζητηθή εις τα τρία επίπεδα εκκλησιαστικής κοινωνίας, το τοπικόν, το επαρχιακόν και το παγκόσμιον: εις το τοπικόν επίπεδον της επισκοπής, η οποία ανατίθεται εις τον επίσκοπον· εις το επαρχιακόν επίπεδον ομάδος τοπικών Εκκλησιών μετά των επισκόπων των, οι οποίοι «ειδέναι χρή τον εν αυτοίς πρώτον» (Αποστολικός Κανών 34)· και εις το παγκόσμιον επίπεδον, όπου εκείνοι, οι οποίοι είναι πρώτοι εις τας διαφόρους επαρχίας, από κοινού μεθ’ όλων των επισκόπων, συνεργάζονται εις ό,τι αφορά εις το σύνολον της Εκκλησίας. Εις το επίπεδον τούτο επίσης, οι πρώτοι πρέπει να αναγνωρίζουν ποίος είναι ο πρώτος μεταξύ αυτών.

11. Η Εκκλησία υπάρχει εις πολλούς και διαφορετικούς τόπους, πράγμα το οποίον φανερώνει την καθολικότητά της. Ούσα «καθολική», είναι εις ζων οργανισμός, το Σώμα του Χριστού. Εκάστη τοπική Εκκλησία, όταν ευρίσκεται εν κοινωνία μετά των λοιπών τοπικών Εκκλησιών, αποτελεί φανέρωσιν της μιας και αδιαιρέτου Εκκλησίας του Θεού. Επομένως το να είναι «καθολική» σημαίνει ότι ευρίσκεται εν κοινωνία μετά της μιας Εκκλησίας πάντοτε και πανταχού. Διά τούτο η διακοπή της ευχαριστιακής κοινωνίας σημαίνει τον τραυματισμόν ενός εκ των ουσιωδών χαρακτηριστικών της Εκκλησίας, δηλ. της καθολικότητός της.

2. Αυθεντία

12. Όταν ομιλώμεν περί αυθεντίας, αναφερόμεθα εις την εξουσίαν, ως αύτη περιγράφεται εις την Καινήν Διαθήκην. Η αυθεντία της Εκκλησίας πηγάζει εκ του Κυρίου και της Κεφαλής της, του Ιησού Χριστού. Λαβών την εξουσίαν Του παρά του Θεού Πατρός ο Χριστός μετά την Ανάστασίν Του την συνεμερίσθη διά του Αγίου Πνεύματος μετά των Αποστόλων (πρβλ. Ιω. 20, 22). Διά των Αποστόλων αύτη μετεβιβάσθη εις τους επισκόπους, τους διαδόχους των, και δι’ αυτών εις άπασαν την Εκκλησίαν. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήσκησε την εξουσίαν ταύτην κατά ποικίλους τρόπους, δια των οποίων η Βασιλεία του Θεού φανερούται εις τον κόσμον μέχρι της εσχατολογικής πραγματώσεώς της (πρβλ. 1 Κορ. 15, 24-28): διά της διδασκαλίας (πρβλ. Ματθ. 5, 2· Λουκ. 5, 3), διά της επιτελέσεως θαυμάτων (πρβλ. Μάρκ. 1, 30-34· Ματθ. 14, 35-36), διά της εκδιώξεως ακαθάρτων πνευμάτων (πρβλ. Μάρκ. 1, 27· Λουκ. 4, 35-36), διά της αφέσεως αμαρτιών (πρβλ. Μάρκ. 2, 10· Λουκ. 5, 24) και διά της καθοδηγήσεως των μαθητών Του εις τας οδούς της σωτηρίας (πρβλ. Ματθ. 16, 24). Συμφώνως προς την εντολήν, την οποίαν έλαβον υπό του Χριστού (πρβλ. Ματθ. 28, 18-20), η άσκησις της αυθεντίας, η οποία προσιδιάζει εις τους Αποστόλους και κατόπιν εις τους επισκόπους, περιλαμβάνει την διακήρυξιν και την διδασκαλίαν του Ευαγγελίου, τον αγιασμόν δια των μυστηρίων, ιδιαιτέρως της Ευχαριστίας, και την ποιμαντικήν καθοδήγησιν των πιστών (πρβλ. Λουκ. 10, 16).

13. Η αυθεντία εν τη Εκκλησία ανήκει εις Αυτόν τον Ιησούν Χριστόν, την μίαν Κεφαλήν της Εκκλησίας (πρβλ. Εφεσ. 1, 22· 5, 23). Δια του Αγίου Του Πνεύματος, η Εκκλησία ως σώμα Του μετέχει της αυθεντίας Του (πρβλ. Ιω. 20, 22-23). Η αυθεντία εν τη Εκκλησία έχει ως στόχον της την σύναξιν του συνόλου της ανθρωπότητος εις τον Ιησούν Χριστόν (πρβλ. Εφεσ. 1, 10· Ιω. 11, 52). Η αυθεντία, συνδεδεμένη μετά της χάριτος της λαμβανομένης κατά την χειροτονίαν, δεν αποτελεί ιδιωτικόν κτήμα εκείνων, οι οποίοι την λαμβάνουν, ούτε κάτι, το οποίον τους ανατίθεται υπό της κοινότητος. μάλλον αποτελεί δώρον του Αγίου Πνεύματος προωρισμένον διά την διακονίαν της κοινότητος και ουδέποτε ασκούμενον εκτός αυτής. Η άσκησίς της περιλαμβάνει την συμμετοχήν του συνόλου της κοινότητος, του επισκόπου όντος εν τη Εκκλησία και της Εκκλησίας εν τω επισκόπω (πρβλ. Αγ. Κυπριανού, Επιστ. 66, 8).

14. Η άσκησις της αυθεντίας, η οποία λαμβάνει χώραν εν τη Εκκλησία εις το όνομα του Χριστού και διά της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος πρέπει να είναι, εις όλας τας μορφάς της και εις όλα τα επίπεδα, διακονία αγάπης, όπως ήτο αυτή του Χριστού (πρβλ. Μάρκ. 10, 45. Ιω. 13, 1-16). Η αυθεντία περί της οποίας ομιλούμεν, εφ’ όσον εκφράζει θείαν εξουσίαν, δεν δύναται να υφίσταται εν τη Εκκλησία ειμή μόνον εν τη αγάπη μεταξύ του ενός, ο οποίος την ασκεί, και εκείνων, οι οποίοι υπόκεινται εις αυτήν. Είναι ως εκ τούτου μία αυθεντία χωρίς κυριαρχίαν, χωρίς φυσικόν ή ηθικόν καταναγκασμόν. Εφόσον συνιστά μετοχήν εις την εξουσίαν του σταυρωθέντος και εγερθέντος Κυρίου, εις τον οποίον εδόθη πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης (πρβλ. Ματθ. 28, 18), δύναται και πρέπει να απαιτή υπακοήν. Ταυτοχρόνως, λόγω της Ενανθρωπήσεως και του Σταυρού, είναι ριζικώς διάφορος εκείνης των αρχόντων των εθνών και των μεγάλων του κόσμου τούτου (πρβλ. Λουκ. 22, 25-27). Ενώ η αυθεντία αύτη ανατίθεται βεβαίως εις ανθρώπους, οι οποίοι, λόγω αδυναμίας και αμαρτωλότητος, συχνάκις υπόκεινται εις τον πειρασμόν να καταχραστούν αυτής, ουχ ήττον όμως η εξ αιτίας αυτής ταύτης της φύσεώς της ευαγγελική ταύτισις μεταξύ αυθεντίας και διακονίας συνιστά θεμελιώδη κανόνα διά την Εκκλησίαν. Διά τους Χριστιανούς το άρχειν εστί διακονείν. Η άσκησις και η πνευματική αποτελεσματικότης της εκκλησιαστικής αυθεντίας διασφαλίζονται συνεπώς μέσω ελευθέρας συγκαταθέσεως και εκουσίας συνεργασίας. Εις προσωπικόν επίπεδον τούτο μεταφράζεται ως υπακοή εις την αυθεντίαν της Εκκλησίας, προκειμένου να ακολουθήση τις τον Χριστόν, ο οποίος εν αγάπη εγένετο υπήκοος τω Πατρί μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού (πρβλ. Φιλ. 2, 8).

15. Η αυθεντία εντός της Εκκλησίας θεμελιούται επί του Λόγου του Θεού, παρόντος και ζώντος εν τη κοινότητι των μαθητών. Η Αγία Γραφή είναι ο αποκαλυφθείς Λόγος Θεού, όπως η Εκκλησία διά του εν αυτή παρόντος και ενεργούντος Αγίου Πνεύματος αντελήφθη αυτόν εις την ζώσαν Παράδοσιν, την οποίαν παρέλαβε υπό των Αποστόλων. Εις την καρδίαν αυτής της Παραδόσεως ευρίσκεται η Ευχαριστία (πρβλ. 1 Κορ. 10, 16-17· 11, 23-26). Η αυθεντία της Αγίας Γραφής απορρέει εκ του γεγονότος ότι είναι ο Λόγος Θεού, ο οποίος αναγιγνωσκόμενος εν τη Εκκλησία και υπό της Εκκλησίας, μεταδίδει το Ευαγγέλιον της σωτηρίας. Διά της Αγίας Γραφής, ο Χριστός απευθύνεται προς την συνηγμένην κοινότητα και προς την καρδίαν εκάστου πιστού. Η Εκκλησία, διά του Αγίου Πνεύματος, το οποίον είναι παρόν εν αυτή, αυθεντικώς ερμηνεύει την Αγίαν Γραφήν, ανταποκρινομένη εις τας ανάγκας των καιρών και των τόπων. Το πάγιον έθος των Συνόδων να ενθρονίζουν τα Ευαγγέλια εις το μέσον της συνελεύσεώς των μαρτυρεί τόσον την παρουσίαν του Χριστού εις τον λόγον Του, ο οποίος είναι το αναγκαίον σημείον αναφοράς δι’ όλας τας συζητήσεις και τας αποφάσεις των, και ταυτοχρόνως βεβαιώνει την αυθεντίαν της Εκκλησίας να ερμηνεύη τον λόγον τούτον του Θεού.

16. Εν τη θεία Οικονομία Του, ο Θεός θέλει η Εκκλησία Του να έχη μίαν δομήν προσανατολισμένην προς την σωτηρίαν. Εις την ουσιώδη αυτήν δομήν ανήκουν η διακηρυσσομένη πίστις και τα τελούμενα μυστήρια εν τη αποστολική διαδοχή. Η αυθεντία εις την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν συνδέεται προς αυτήν την ουσιώδη δομήν: η άσκησίς της ρυθμίζεται υπό των κανόνων και των διατάξεων της Εκκλησίας. Ωρισμέναι εξ αυτών των ρυθμίσεων είναι δυνατόν να εφαρμόζωνται κατά διάφορον τρόπον συμφώνως προς τας ανάγκας της εκκλησιαστικής κοινωνίας εις διαφόρους καιρούς και τόπους, υπό τον όρον ότι η ουσιώδης δομή της Εκκλησίας είναι πάντοτε σεβαστή. Τοιουτοτρόπως, όπως ακριβώς η κοινωνία εν τοις μυστηρίοις προϋποθέτει κοινωνίαν εν τη αυτή πίστει (πρβλ. Κείμενον του Bari, §§ 29-33), ούτω και προκειμένου να υπάρξη πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία, πρέπει να υπάρξη επίσης, μεταξύ των Εκκλησιών μας, αμοιβαία αναγνώρισις των κανονικών θεσπισμάτων εις τας νομίμους ποικιλομορφίας των.


ΙΙ. Η τρίπτυχος πραγμάτωσις της Συνοδικότητος και της Αυθεντίας

17. Έχοντες τονίσει την θεμελίωσιν της συνοδικότητος και της αυθεντίας εν τη Εκκλησία και σημειώσει την πολυπλοκότητα του περιεχομένου των όρων αυτών, πρέπει τώρα να απαντήσωμεν εις τα ακόλουθα ερωτήματα: Πώς τα θεσμικά στοιχεία της Εκκλησίας εκφράζουν και διακονούν κατά τρόπον ορατόν το μυστήριον της κοινωνίας; Πώς αι κανονικαί δομαί των Εκκλησιών εκφράζουν την μυστηριακήν ζωήν των; Προς τον σκοπόν αυτόν διεκρίναμεν μεταξύ τριών επιπέδων εκκλησιαστικών θεσμών: αυτό της τοπικής Εκκλησίας περί τον επίσκοπόν της· αυτό της επαρχίας, η οποία περιλαμβάνει περισσοτέρας γειτνιαζούσας τοπικάς Εκκλησίας· και αυτό ολοκλήρου της οικουμένης, η οποία περιλαμβάνει όλας τας τοπικάς Εκκλησίας.

1. Το τοπικόν επίπεδον

18. Η Εκκλησία του Θεού υπάρχει όπου υπάρχει κοινότης συνηγμένη εν τη Ευχαριστία, εις την οποίαν προεξάρχει απ’ ευθείας ή μέσω των πρεσβυτέρων του ο νομίμως χειροτονηθείς εν τη αποστολική διαδοχή επίσκοπος, ο οποίος διδάσκει την παραληφθείσαν εκ μέρους των Αποστόλων πίστιν, εν κοινωνία μετά των λοιπών επισκόπων και των Εκκλησιών των. Καρπός αυτής της Ευχαριστίας και της διακονίας είναι η σύναξις πάντων όσων έλαβον το Πνεύμα του Χριστού κατά το Βάπτισμα εις μίαν αυθεντικήν κοινωνίαν πίστεως, προσευχής, αποστολής, αδελφικής αγάπης και αλληλοβοηθείας. Η κοινωνία αύτη αποτελεί το πλαίσιον, εντός του οποίου ασκείται πάσα εκκλησιαστική αυθεντία. Η κοινωνία είναι το κριτήριον διά την άσκησίν της.

19. Εκάστη τοπική Εκκλησία έχει ως αποστολήν της να είναι, χάριτι Θεού, τόπος όπου υπηρετείται και τιμάται ο Θεός, αγγέλλεται το Ευαγγέλιον, τελούνται τα μυστήρια, αγωνίζονται οι πιστοί να μετριάσουν την αθλιότητα του κόσμου, και έκαστος πιστός δύναται να εύρη την σωτηρίαν. Είναι το φως του κόσμου (πρβλ. Ματθ. 5, 14-16), η ζύμη (πρβλ. Ματθ. 13,33), η ιερατική κοινότης του Θεού (πρβλ. 1 Πέτρου 2, 5 και 9). Οι κανονικοί θεσμοί, οι οποίοι την διέπουν, αποσκοπούν εις την διασφάλισιν της αποστολής της.

20. Δυνάμει αυτού τούτου του Βαπτίσματος, το οποίον κατέστησεν αυτόν ή αυτήν μέλος του Χριστού, έκαστον βεβαπτισμένον πρόσωπον καλείται, συμφώνως προς τας δωρεάς του ενός Αγίου Πνεύματος, να διακονή εντός της κοινότητος (πρβλ. 1 Κορ. 12, 4-27). Τοιουτοτρόπως, μέσω της κοινωνίας, διά της οποίας όλα τα μέλη ευρίσκονται εν αμοιβαία διακονία μεταξύ των, η τοπική Εκκλησία παρουσιάζεται ήδη «συνοδική» εις την δομήν της. Η «συνοδικότης» αύτη δεν φαίνεται μόνον εις τας σχέσεις αλληλεγγύης, αμοιβαίας βοηθείας και συμπληρωματικότητος, τας οποίας έχουν μεταξύ των αι διάφοροι εντεταλμέναι διακονίαι. Βεβαίως το πρεσβυτέριον είναι το συμβούλιον του επισκόπου (πρβλ. Αγ. Ιγνατίου Αντιοχείας, Προς Τραλλιανούς, 3) και ο διάκονος είναι η «δεξιά χείρ» του (Διδασκαλία των Αποστόλων, 2, 28, 6), εις τρόπον ώστε, συμφώνως προς την σύστασιν του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, τα πάντα να γίνωνται εν ομονοία (πρβλ. Προς Εφεσίους [sic! αντί: Μαγνησιεύσιν, Σ.τ.Μ], 6). Εν τούτοις, η συνοδικότης περιλαμβάνει επίσης όλα τα μέλη της κοινότητος τα τελούντα εν υπακοή προς τον επίσκοπον, ο οποίος είναι ο πρώτος και η κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας, ως απαιτείται τούτο υπό της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Συμφώνως προς την ανατολικήν και την δυτικήν παράδοσιν, η ενεργός συμμετοχή των λαϊκών, ανδρών και γυναικών, μοναχών και ιερωμένων, διενεργείται εις την επισκοπήν και εις την ενορίαν διά πολλών μορφών υπηρεσίας και αποστολής.

21. Τα χαρίσματα των μελών της κοινότητος προέρχονται εκ του ενός Αγίου Πνεύματος και κατευθύνονται προς το καλόν πάντων. Το γεγονός αυτό φωτίζει τόσον τας απαιτήσεις όσον και τα όρια της αυθεντίας ενός εκάστου εν τη Εκκλησία. Δεν θα πρέπη να υπάρχη ούτε παθητικότης ούτε υποκατάστασις των λειτουργιών ούτε αμέλεια ούτε κυριαρχία του ενός εις βάρος του άλλου. Όλα τα χαρίσματα και τα αξιώματα εις την Εκκλησίαν συγκλίνουν εις την ενότητα υπό το αξίωμα του επισκόπου, ο οποίος υπηρετεί την κοινωνίαν της τοπικής Εκκλησίας. Όλοι καλούνται να ανακαινίζωνται υπό του Αγίου Πνεύματος εις τα Μυστήρια και να ανταποκρίνωνται εν συνεχεί μετανοία, ώστε να διασφαλίζεται η κοινωνία των εν αλήθεια και αγάπη.

2. Το επαρχιακόν επίπεδον

22. Εφόσον η Εκκλησία αποκαλύπτεται ως καθολική εν τη συνάξει της τοπικής Εκκλησίας, η καθολικότης αυτή πρέπει να φανερώνεται αληθώς εν κοινωνία προς τας άλλας Εκκλησίας, αι οποίαι ομολογούν την αυτήν αποστολικήν πίστιν και έχουν την αυτήν βασικήν εκκλησιαστικήν δομήν, αρχής γινομένης εξ εκείνων αι οποίαι γειτνιάζουν μεταξύ των, λόγω της κοινής ευθύνης αυτών διά την αποστολήν των εις την ιδίαν αυτών επαρχίαν (πρβλ. Κείμενον του Μονάχου, III, 3, και Κείμενον του Βάλαμο, §§ 52 και 53). Η κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών εκφράζεται εν τη χειροτονία των επισκόπων. Η χειροτονία αύτη γίνεται συμφώνως προς την κανονικήν τάξιν υπό τριών ή περισσοτέρων επισκόπων, ή τουλάχιστον δύο (πρβλ. τον 4ον Κανόνα της Α΄ εν Νικαία Συνόδου), οι οποίοι ενεργούν εξ ονόματος του επισκοπικού σώματος και του λαού του Θεού, έχοντες και οι ίδιοι λάβει το αξίωμά των υπό του Αγίου Πνεύματος διά της επιθέσεως των χειρών εν τη αποστολική διαδοχή. Όταν τούτο επιτελείται συμφώνως προς τους κανόνας, διασφαλίζεται η κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών εις την αληθή πίστιν, εις τα μυστήρια και εις την εκκλησιαστικήν ζωήν, καθώς και η ζώσα κοινωνία μετά των προηγουμένων γενεών.

23. Τοιαύτη πραγματική κοινωνία μεταξύ πολλών τοπικών Εκκλησιών, εκάστη εκ των οποίων είναι η Καθολική Εκκλησία εν ιδιαιτέρω τόπω, έχει εκφρασθεί μέσω ωρισμένων πρακτικών: της συμμετοχής επισκόπων γειτνιαζουσών επισκοπών εις την χειροτονίαν επισκόπου τοπικής Εκκλησίας· της προσκλήσεως προς επίσκοπον άλλης Εκκλησίας, προκειμένου να συλλειτουργήση εις την σύναξιν της τοπικής Εκκλησίας· της προσκλήσεως προς πιστούς αυτών των άλλων Εκκλησιών να λάβουν μέρος εις την ευχαριστιακήν τράπεζαν· της ανταλλαγής επιστολών επ' ευκαιρία μιας χειροτονίας· και της παροχής υλικής βοηθείας.

24. Είς κανών, ο οποίος είναι αποδεκτός εις την Ανατολήν και εις την Δύσιν, εκφράζει την σχέσιν μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών μιας επαρχίας: «Τους επισκόπους εκάστου έθνους ειδέναι χρή τον εν αυτοίς πρώτον, και ηγείσθαι αυτόν ως κεφαλήν, και μηδέν τι πράττειν περιττόν άνευ της εκείνου γνώμης. εκείνα δε μόνα πράττειν έκαστον, όσα τη αυτού παροικία επιβάλλει, και ταις υπ’ αυτήν χώραις. Αλλά μηδέ εκείνος άνευ της πάντων γνώμης ποιείτω τι. Ούτω γαρ ομόνοια έσται, και δοξασθήσεται ο Θεός, δια Κυρίου, εν αγίω Πνεύματι» (Αποστολικός Κανών 34).

25. Το θέσμιον τούτο, το οποίον επανεμφανίζεται υπό πολλάς μορφάς εις την κανονικήν παράδοσιν, ισχύει δι’ όλας τας σχέσεις μεταξύ των επισκόπων μιας περιφερείας, είτε εκείνων μιας επαρχίας είτε εκείνων μιας μητροπόλεως ή ενός πατριαρχείου. Η πρακτική εφαρμογή του είναι δυνατόν να ευρεθή εις τας συνόδους μιας επαρχίας, περιφερείας ή πατριαρχείου. Το γεγονός ότι η σύνθεσις μιας επαρχιακής συνόδου είναι πάντοτε κατ' ουσίαν επισκοπική, ακόμη και όταν περιλαμβάνη άλλα μέλη της Εκκλησίας, αποκαλύπτει την φύσιν της συνοδικής αυθεντίας. Μόνον οι επίσκοποι έχουν φωνήν διαβουλευτικήν. Η αυθεντία μιας συνόδου βασίζεται εις την φύσιν αυτού τούτου του επισκοπικού αξιώματος και φανερώνει την συλλογικήν φύσιν του επισκοπικού θεσμού εις την υπηρεσίαν της κοινωνίας των Εκκλησιών.

26. Μία σύνοδος καθ’ εαυτήν σημαίνει την μετοχήν όλων των επισκόπων μιας επαρχίας. Διέπεται υπό της αρχής της ομοφωνίας και της ομονοίας, η οποία επισημαίνεται υπό της ευχαριστιακής συλλειτουργίας, ως τούτο υποδηλώνεται υπό της καταληκτικής δοξολογίας του ανωτέρω αναφερθέντος Αποστολικού Κανόνος 34. Εν τούτοις, παραμένει γεγονός ότι έκαστος επίσκοπος εν τη ποιμαντική μερίμνη του είναι κριτής και υπόλογος ενώπιον του Θεού διά τας υποθέσεις της ιδίας της επισκοπής του (πρβλ. Κυπριανού, Επιστ. 55, 21)· υπό την έννοιαν αυτήν είναι ο θεματοφύλαξ της καθολικότητος της τοπικής αυτού Εκκλησίας και πρέπει πάντοτε να φροντίζη να προάγη την καθολικήν κοινωνίαν μετά των άλλων Εκκλησιών.

27. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι μία επαρχιακή σύνοδος ουδεμίαν αυθεντίαν έχει επί άλλων εκκλησιαστικών επαρχιών. Ουχ ήττον όμως η ανταλλαγή πληροφοριών και αι διαβουλεύσεις μεταξύ των αντιπροσώπων πολλών συνόδων αποτελούν φανέρωσιν τόσον της καθολικότητος όσον και εκείνης της αμοιβαίας αδελφικής βοηθείας και αγάπης, η οποία θα έπρεπε να συνιστά τον κανόνα μεταξύ όλων των τοπικών Εκκλησιών προς μεγαλυτέραν κοινήν ωφέλειαν. Έκαστος επίσκοπος είναι υπεύθυνος δι’ ολόκληρον την Εκκλησίαν ομού μεθ’ όλων των συναδέλφων αυτού εις το εν και το αυτό αποστολικόν λειτούργημα.

28. Κατ’ αυτόν τον τρόπον πολλαί εκκλησιαστικαί επαρχίαι προέβησαν εις το να ενδυναμώσουν τους δεσμούς της κοινής ευθύνης των. Ούτος ήτο είς εκ των παραγόντων, οι οποίοι συνετέλεσαν εις την εμφάνισιν των πατριαρχείων εις την ιστορίαν των Εκκλησιών μας. Αι πατριαρχικαί σύνοδοι διέπονται υπό των αυτών εκκλησιολογικων αρχών και των αυτών κανονικών θεσμίων ως και αι επαρχιακαί σύνοδοι.

29. Κατά τους επόμενους αιώνας, τόσον εις την Ανατολήν όσον και εις την Δύσιν, ανεπτύχθησαν ωρισμένοι νέοι σχηματισμοί κοινωνίας μεταξύ των τοπικών Εκκλησιών. Νέα πατριαρχεία και αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι ιδρύθησαν εις την χριστιανικήν Ανατολήν, ενώ εις την λατινικήν Εκκλησίαν ενεφανίσθη προσφάτως έν ιδιαίτερον σχήμα συγκροτήσεως των επισκόπων, αι Επισκοπικαί Συνδιασκέψεις. Αύται δεν είναι, εξ επόψεως εκκλησιολογικής, απλώς διοικητικαί υποδιαιρέσεις: εκφράζουν το πνεύμα της κοινωνίας εν τη Εκκλησία, ενώ ταυτοχρόνως σέβονται την ποικιλομορφίαν των ανθρωπίνων πολιτισμών.

30. Εις την πραγματικότητα η επαρχιακή συνοδικότης, οιαδήποτε και άν είναι τα περιγράμματα και η κανονική ρύθμισις αυτής, αποδεικνύει ότι η Εκκλησία του Θεού δεν είναι μία κοινωνία προσώπων ή τοπικών Εκκλησιών αποκεκομμένων εκ των ανθρωπίνων ριζών των. Επειδή είναι η κοινότης της σωτηρίας και επειδή η σωτηρία αύτη αποτελεί «ανακαίνισιν της κτίσεως» (πρβλ. Αγ. Ειρηναίου, Έλεγχος και ανατροπή…, 1 [sic! αντί 5, Σ.τ.Μ.], 36, 1), συμπεριλαμβάνει το ανθρώπινον πρόσωπον με ο,τιδήποτε συνδέει τούτο προς την ανθρωπίνην πραγματικότητα, ως αύτη εδημιουργήθη υπό του Θεού. Η Εκκλησία δεν είναι απλώς μία συλλογή ατόμων. αποτελείται εκ κοινοτήτων με διαφορετικούς πολιτισμούς, ιστορίας και κοινωνικάς δομάς.

31. Κατά την συγκρότησιν των τοπικών Εκκλησιών εις επαρχιακόν επίπεδον η καθολικότης εμφανίζεται υπό το αληθές αυτής φως. Είναι η έκφρασις της παρουσίας της σωτηρίας όχι εις ένα κόσμον χωρίς διαφοροποιήσεις, αλλ’ εις την ανθρωπότητα, όπως ο Θεός την εδημιούργησε και έρχεται να την σώση. Κατά το μυστήριον της σωτηρίας η ανθρωπίνη φύσις προσλαμβάνεται εις την πληρότητά της και ταυτοχρόνως θεραπεύεται εξ εκείνων, τα οποία η αμαρτία την έχει διαποτίσει δια της αυταρκείας, της υπερηφανείας, της δυσπιστίας εις τους άλλους, της επιθετικότητος, της ζηλοτυπίας, του φθόνου, του ψεύδους και του μίσους. Η εκκλησιαστική κοινωνία είναι το δώρον, διά του οποίου όλη η ανθρωπότης συνδέεται από κοινού εν τω Πνεύματι του Αναστάντος Κυρίου. Η ενότης αύτη, η οποία δημιουργείται υπό του Πνεύματος, μακράν του να περιπέση εις ομοιομορφίαν, απαιτεί και ούτω διαφυλάσσει - και, τρόπον τινά, ενισχύει - την ποικιλομορφίαν και την ιδιαιτερότητα.

3. Το παγκόσμιον επίπεδον

32. Εκάστη τοπική Εκκλησία ευρίσκεται εν κοινωνία όχι μόνον μετά των γειτνιαζουσών Εκκλησιών, αλλά μετά του συνόλου των τοπικών Εκκλησιών, μετ’ εκείνων, αι οποίαι υπάρχουν τώρα εις τον κόσμον, μετ’ εκείνων, αι οποίαι υπήρξαν απ' αρχής, μετ’ εκείνων, αι οποίαι θα υπάρξουν εις το μέλλον, καθώς και μετά της ήδη εν δόξη ευρισκομένης Εκκλησίας. Συμφώνως προς την θέλησιν του Χριστού, η Εκκλησία είναι μία και αδιαίρετος, η αυτή πάντοτε και πανταχού. Αμφότεραι αι πλευραί ομολογούν εις το Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως ότι η Εκκλησία είναι μία και καθολική. Η καθολικότης αυτής εμπεριέχει όχι μόνον την ποικιλομορφίαν των ανθρωπίνων κοινοτήτων αλλ' επίσης και την θεμελιώδη ενότητά των.

33. Είναι, επομένως, σαφές, ότι πρέπει να ομολογήται και να βιώνεται μία και η αυτή πίστις εις όλας τας τοπικάς Εκκλησίας, να τελήται η αυτή μοναδική Ευχαριστία πανταχού, και να επιτελήται μία και η αυτή αποστολική διακονία εις όλας τας κοινότητας. Μία τοπική Εκκλησία δεν δύναται να αλλοιώση το Σύμβολον της Πίστεως, το οποίον διετυπώθη υπό των Οικουμενικών Συνόδων, καίτοι η Εκκλησία θα έπρεπε πάντοτε «να δίδη καταλλήλους απαντήσεις εις νέα προβλήματα, απαντήσεις στηριζομένας επί των Γραφών και εν συμφωνία και ουσιώδει συνεχεία μετά των προηγουμένων εκφράσεων των δογμάτων» (Κείμενον του Bari, § 29). Μία τοπική επίσης Εκκλησία δεν δύναται διά μονομερούς αποφάσεως να τροποποιήση εν θεμελιώδες ζήτημα αφορών εις την μορφήν της διακονίας, και ουδεμία τοπική Εκκλησία δύναται να τελή την Ευχαριστίαν εν σκοπίμω χωρισμώ από των λοιπών τοπικών Εκκλησιών, χωρίς να επηρεάζη σοβαρώς την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν. Εις όλα αυτά τα ζητήματα θίγεται ο δεσμός αυτής ταύτης της κοινωνίας - και συνεπώς αυτό τούτο το είναι της Εκκλησίας.

34. Εξ αιτίας αυτής της κοινωνίας όλαι αι Εκκλησίαι ρυθμίζουν μέσω κανόνων ο,τιδήποτε σχετίζεται προς την Ευχαριστίαν και τα Μυστήρια, την διακονίαν και την χειροτονίαν, την παράδοσιν και την διδασκαλίαν της πίστεως. Είναι σαφές, διατί είναι αναγκαία εις τον χώρον αυτόν τα κανονικά θεσπίσματα και τα πειθαρχικά μέτρα.

35. Όταν κατά την πορείαν της ιστορίας ανέκυπτον σοβαρά προβλήματα, τα οποία επηρέαζον την παγκόσμιον κοινωνίαν και συμφωνίαν μεταξύ των Εκκλησιών - εν σχέσει είτε προς την αυθεντικήν ερμηνείαν της πίστεως είτε προς τα ιερατικά αξιώματα και την σχέσιν των μετά της καθ’ όλου Εκκλησίας είτε προς την κοινήν πειθαρχίαν, την οποίαν απαιτεί η πιστότης εις το Ευαγγέλιον -, εγίνετο προσφυγή εις τας Οικουμενικάς Συνόδους. Αι Σύνοδοι αύται ήσαν οικουμενικαί, όχι απλώς επειδή συνήθροιζον επί το αυτό επισκόπους εξ όλων των επαρχιών και ιδιαιτέρως εκείνων των πέντε κυριωτέρων επισκοπικών εδρών, της Ρώμης, της Κωνσταντινουπόλεως, της Αλεξανδρείας, της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων, συμφώνως προς την αρχαίαν τάξιν. Ήσαν επίσης (ενν. οικουμενικαί, Σ.τ.Μ.), διότι αι επίσημοι δογματικαί αποφάσεις των και αι διατυπώσεις των περί της κοινής πίστεως, ιδίως επί κρισίμων θεμάτων, είναι δεσμευτικαί δι’ όλας τας Εκκλησίας και όλους τους πιστούς, εις οιονδήποτε χρόνον και τόπον. Διά τούτο αι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων παραμένουν κανονιστικαί.

36. Η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων δεικνύει ποία πρέπει να θεωρώνται τα ειδικά χαρακτηριστικά των. Το θέμα τούτο χρήζει περαιτέρω μελέτης εις τον μελλοντικόν διάλογόν μας, κατά τον οποίον θα πρέπη να ληφθή υπ' όψιν η εξέλιξις των εκκλησιαστικών δομών κατά τους προσφάτους αιώνας εις την Ανατολήν και την Δύσιν.

37. Η οικουμενικότης των αποφάσεων μιας Συνόδου αναγνωρίζεται δια μέσου μιας διαδικασίας αποδοχής είτε μακράς είτε βραχείας διαρκείας, συμφώνως προς την οποίαν ο λαός του Θεού εν τω συνόλω του – μέσω της διανοήσεως, της διακρίσεως, της συζητήσεως και της προσευχής – αναγνωρίζει εις τας αποφάσεις αυτάς την μίαν αποστολικήν πίστιν των τοπικών Εκκλησιών, η οποία ήτο πάντοτε η αυτή και της οποίας διδάσκαλοι και θεματοφύλακες είναι οι επίσκοποι. Αυτή η διαδικασία αποδοχής ερμηνεύεται διαφοροτρόπως εις την Ανατολήν και την Δύσιν συμφώνως προς τας αντιστοίχους κανονικάς παραδόσεις των.

38. Η συνοδικότης επομένως περιέχει πολύ περισσότερα πράγματα από την συνέλευσιν των επισκόπων. Εμπεριέχει επίσης και τας Εκκλησίας των. Οι πρώτοι είναι φορείς και εκφρασταί της πίστεως των δευτέρων. Αι αποφάσεις των επισκόπων πρέπει να γίνωνται αποδεκταί εις την ζωήν των Εκκλησιών, και ιδιαιτέρως εις την λειτουργικήν ζωήν των. Κατά συνέπειαν εκάστη Οικουμενική Σύνοδος, η οποία γίνεται αποδεκτή ως τοιαύτη, αποτελεί, υπό την πλήρη και κυριολεκτικήν σημασίαν του όρου, φανέρωσιν της κοινωνίας ολοκλήρου της Εκκλησίας και διακονίαν εις αυτήν.

39. Εν αντιθέσει προς τας τοπικάς και τας επαρχιακάς συνόδους, μία Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί «θεσμόν», του οποίου η συχνότης δύναται να ρυθμίζεται υπό κανόνων. είναι μάλλον έν «γεγονός», εις καιρός εμπνεόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος, το οποίον καθοδηγεί την Εκκλησίαν, ώστε να απεργάζεται εντός αυτής τους θεσμούς, τους οποίους έχει ανάγκην και οι οποίοι ανταποκρίνονται εις την φύσιν της. Η αρμονία αύτη μεταξύ της Εκκλησίας και των συνόδων είναι τόσον βαθεία, ώστε ακόμη και μετά το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, το οποίον κατέστησεν αδύνατον την σύκλησιν Οικουμενικών Συνόδων εν τη αυστηρά εννοία του όρου, αμφότεραι αι Εκκλησίαι συνέχισαν να συγκαλούν συνόδους, όταν ανεφύοντο σοβαρά προβλήματα. Αι σύνοδοι αύται συνήθροιζον επί το αυτό τους επισκόπους τοπικών Εκκλησιών εν κοινωνία μετά της επισκοπικής έδρας της Ρώμης ή, καίτοι τούτο κατενοείτο κατά διαφορετικόν τρόπον, μετά της επισκοπικής έδρας της Κωνσταντινουπόλεως, αντιστοίχως. Εν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ωρισμέναι εκ των συνόδων αυτών, αι οποίαι συνεκλήθησαν εις την Δύσιν, εθεωρήθησαν ως οικουμενικαί. Η κατάστασις αύτη, η οποία ηνάγκασεν αμφοτέρας τας πλευράς του Χριστιανισμού να συγκαλούν συνόδους καταλλήλους προς μίαν εκάστην εξ αυτών, διηυκόλυνε τας διχογνωμίας, αι οποίαι συνέβαλον εις την αμοιβαίαν αποξένωσιν. Πρέπει να αναζητηθούν τα μέσα, τα οποία θα επιτρέψουν την επανεγκαθίδρυσιν της οικουμενικής ομοφωνίας.

40. Κατά την πρώτην χιλιετίαν, η παγκόσμιος κοινωνία των Εκκλησιών εις τας συνήθεις περιπτώσεις διετηρείτο μέσω αδελφικών σχέσεων μεταξύ των επισκόπων. Αι σχέσεις αύται, μεταξύ των ιδίων των επισκόπων, μεταξύ των επισκόπων και των αντιστοίχων πρώτων αυτών, καθώς επίσης και μεταξύ των ιδίων των πρώτων κατά την κανονικήν τάξιν, η οποία μαρτυρείται υπό της αρχαίας Εκκλησίας, εξέθρεψαν και εδραίωσαν την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν. Η Ιστορία καταγράφει τας διαβουλεύσεις, τας επιστολάς και τας εκκλήσεις προς τας κυριωτέρας επισκοπικάς έδρας, ειδκώτερον δε προς εκείνην της Ρώμης, αι οποίαι εκφράζουν ζωηρώς την αλληλεγγύην, την οποίαν δημιουργεί η κοινωνία. Κανονικαί υποχρεώσεις, όπως η συμπερίληψις των ονομάτων των επισκόπων των κυρίων επισκοπικών εδρών εις τα δίπτυχα και η κοινοποίησις της ομολογίας πίστεως εις τους άλλους πατριάρχας επ’ ευκαιρία εκλογών, συνιστούν συγκεκριμένας εκφράσεις κοινωνίας.

41. Αμφότεραι αι πλευραί συμφωνούν ότι η κανονική αύτη τάξις ανεγνωρίζετο υπό πάντων κατά την περίοδον της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Περαιτέρω, συμφωνούν ότι η Ρώμη, ως η Εκκλησία η οποία «προκάθηται εν τη αγάπη» κατά την έκφρασιν του Αγ. Ιγνατίου Αντιοχείας (Προς Ρωμαίους, Πρόλογος), κατείχε την πρώτην θέσιν εις την τάξιν και ότι ο επίσκοπος Ρώμης ήτο επομένως ο πρώτος μεταξύ των πατριαρχών. Διαφωνούν, εν τούτοις, επί της ερμηνείας των ιστορικών δεδομένων της περιόδου ταύτης, θεωρούσαι τα προνόμια του επισκόπου Ρώμης ως πρώτου ως εν ζήτημα, το οποίον κατενοήθη ήδη διαφοροτρόπως κατά την πρώτην χιλιετίαν.

42. Η συνοδικότης εις το παγκόσμιον επίπεδον, ασκουμένη υπό των Οικουμενικών Συνόδων, συνεπάγεται ενεργόν ρόλον του επισκόπου Ρώμης ως πρώτου των επισκόπων των κυριωτέρων επισκοπικών εδρών, εν τη ομοφωνία των συναθροιζομένων επισκόπων. Καίτοι ο επίσκοπος Ρώμης δεν συνεκάλεσε τας Οικουμενικάς Συνόδους των πρώτων αιώνων και ουδέποτε προήδρευσε προσωπικώς εις αυτάς, εν τούτοις ενεπλέκετο στενώς εις την διαδικασίαν λήψεως των αποφάσεων υπό των συνόδων.

43. Το πρωτείον και η συνοδικότης αλληλεξαρτώνται αμοιβαίως. Διά τούτο το πρωτείον εις τα διάφορα επίπεδα της ζωής της Εκκλησίας, τοπικόν, επαρχιακόν και παγκόσμιον, πρέπει να θεωρήται πάντοτε εις το πλαίσιον της συνοδικότητος, καθώς επίσης και η συνοδικότης εις το πλαίσιον του πρωτείου.

Όσον αφορά εις το πρωτείον επί των διαφόρων επιπέδων, επιθυμούμεν να βεβαιώσωμεν τα εξής σημεία:

1. Το πρωτείον εις όλα τα επίπεδα αποτελεί πρακτικήν σταθερώς εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.

2. Καίτοι το γεγονός του πρωτείου εις το παγκόσμιον επίπεδον είναι αποδεκτόν τόσον υπό της Ανατολής όσον και υπό της Δύσεως, υφίστανται διαφοραί κατανοήσεως ως προς τον τρόπον, κατά τον οποίον πρέπει αυτό να ασκήται, καθώς επίσης και ως προς την βιβλικήν και θεολογικήν θεμελίωσίν του.

44. Εις την ιστορίαν της Ανατολής και της Δύσεως, τουλάχιστον μέχρι του ενάτου αιώνος, ανεγνωρίζετο, πάντοτε εντός του πλαισίου της συνοδικότητος, αναλόγως προς τας συνθήκας της εποχής, μία σειρά προνομίων διά τον πρώτον ή την κεφαλήν εις έκαστον εκ των καθιερωμένων εκκλησιαστικών επιπέδων: τοπικώς, δια τον επίσκοπον ως πρώτον της επισκοπής του εν σχέσει προς τους πρεσβυτέρους και τον λαόν του· επαρχιακώς, δια τον πρώτον εκάστης μητροπόλεως εν σχέσει προς τους επισκόπους της επαρχίας του και διά τον πρώτον εκάστου των πέντε πατριαρχείων εν σχέσει προς τους μητροπολίτας εκάστης περιοχής· και παγκοσμίως, διά τον επίσκοπον Ρώμης ως πρώτον μεταξύ των πατριαρχών. Η διάκρισις αύτη των επιπέδων δεν μειώνει την μυστηριακήν ισότητα εκάστου επισκόπου ή την καθολικότητα εκάστης τοπικής Εκκλησίας.

45. Το ζήτημα περί του ρόλου του επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία όλων των Εκκλησιών εναπομένει να μελετηθή εις μεγαλύτερον βάθος. Ποία είναι η ιδιαιτέρα λειτουργία του επισκόπου της «πρώτης έδρας» εις μίαν εκκλησιολογίαν της κοινωνίας και εν σχέσει προς όσα έχομεν είπει περί συνοδικότητος και αυθεντίας εις το παρόν κείμενον; Πώς θα πρέπη να κατανοηθή και να βιωθή η διδασκαλία της πρώτης και της δευτέρας βατικανής συνόδου περί του παγκοσμίου πρωτείου υπό το φως της εκκλησιαστικής πρακτικής της πρώτης χιλιετίας; Ταύτα είναι κρίσιμα ερωτήματα διά τον διάλογόν μας και διά τας ελπίδας μας προς αποκατάστασιν της πλήρους κοινωνίας μεταξύ μας.

46. Ημείς, τα μέλη της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής διά τον Θεολογικόν Διάλογον μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είμεθα πεπεισμένοι ότι η ανωτέρω δήλωσις περί εκκλησιαστικής κοινωνίας, συνοδικότητος και αυθεντίας παρουσιάζει θετικήν και σημαντικήν πρόοδον εις τον διάλογόν μας και ότι παρέχει σταθεράν βάσιν διά μελλοντικήν συζήτησιν του ζητήματος του πρωτείου εις το παγκόσμιον επίπεδον εντός της Εκκλησίας. Έχομεν επίγνωσιν ότι εναπομένουν να διευκρινισθούν πολλά δύσκολα ζητήματα, αλλ’ ελπίζομεν ότι, στηριζόμενοι υπό της προσευχής του Ιησού «ίνα πάντες εν ώσι, ...ίνα ο κόσμος πιστεύση» (Ιω. 17, 21) και εν υπακοή προς το Άγιον Πνεύμα, δυνάμεθα να οικοδομήσωμεν επί της ήδη επιτευχθείσης συμφωνίας. Επαναβεβαιούντες και ομολογούντες «ένα Κύριον, μίαν πίστιν, εν βάπτισμα» (Εφεσ. 4, 5), δοξάζομεν τον Θεόν, την Αγίαν Τριάδα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, ο οποίος συνήγαγεν ημάς επί το αυτό.




[1] Σχετικά με την πορεία του Θεολογικού Διαλόγου μέχρι και το ναυάγιό του στη Βαλτιμόρη (2000) βλ. Γ. Δ. Μαρτζέλου, «Αξιολόγηση και προοπτικές του Θεολογικού Διαλόγου της Ορθοδόξου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξ επόψεως ορθοδόξου», στο Nicolaus (nuova serie), Rivista di Teologia ecumenico-patristica 33 (2006), Fasc. 2, σ. 81-106. του ίδιου, Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός. Μελετήματα δογματικής θεολογίας Γ΄, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 295-340.
[2] Βλ. § 1 του Κειμένου της Ραβέννας, το οποίο μεταφράσαμε στα ελληνικά επί τη βάσει του αγγλικού πρωτοτύπου και παραθέτουμε ως παράρτημα στην παρούσα μελέτη.
[3] Βλ. J. Thavis, «Experts hope to get derailed Catholic-Orthodox dialogue back on track», στο http://www.catholicnews.com/ (18-8-2006), σ. 2.
[4] Βλ. Γ. Δ. Μαρτζέλου, «Αξιολόγηση και προοπτικές του Θεολογικού Διαλόγου της Ορθοδόξου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εξ επόψεως ορθοδόξου», όπ. παρ., σ. 96. του ίδιου, Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός. Μελετήματα δογματικής θεολογίας Γ΄, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 321 εξ.
[5] Βλ. «Συ­νάν­τη­ση της Μι­κτής Θε­ο­λο­γι­κής Ε­πι­τρο­πής Δι­α­λό­γου των Εκ­κλη­σι­ών Ορ­θο­δό­ξου και Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κής (Freising, 6-15 Ι­ου­νί­ου 1990) - Κοι­νό Α­να­κοι­νω­θέν», στο Ε­πί­σκε­ψις 443 (1990), σ. 12 κ.ε. Βλ. επίσης D. Salachas, Il dialogo teologico ufficiale tra la chiesa cattolico-romana e la chiesa ortodossa. Ιter e documentazione, Quaderni di Ο Odigos, Centro ecumenico “s. Nicola” padri domenicani, Bari 1994, σ. 146 κ.ε., 214 κ.ε.. Α. Πα­πα­δόπουλου, Θε­ο­λο­γι­κός δι­ά­λο­γος Ορ­θο­δό­ξων και Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κών (Ι­στο­ρί­α - Κεί­με­να - Προ­βλή­μα­τα), Εκδ. Α­δελ­φών Κυ­ρι­α­κί­δη Α. Ε., Θεσ­σα­λο­νί­κη - Α­θήνα 1996, σ. 149 κ.ε.. Γρ. Μ. Λιά­ντα, Δι­ορ­θό­δο­ξος Δι­α­κο­νί­α του Οι­κου­με­νι­κού Πα­τρι­αρ­χεί­ου και της Εκ­κλη­σί­ας της Ελ­λά­δος και η συμ­βο­λή των δύ­ο Εκ­κλη­σι­ών στους δι­με­ρείς θε­ο­λο­γι­κούς δι­α­λό­γους με τη Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κή Εκ­κλη­σί­α και την Εκ­κλη­σί­α των Πα­­λαι­ο­κα­θο­λι­κών (Δι­δα­κτο­ρι­κή Δι­α­τρι­βή), Εκ­δ. Κορ­νη­λί­α Σφα­­­κι­α­νά­κη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 2005, σ. 201 κ.ε.
[6] Βλ. «Κοινό ανακοινωθέν της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (Βελιγράδι, Σερβία, 24η Σεπτεμβρίου 2006)», στο Επίσκεψις 668 (2006), σ. 22.
[7] Βλ. όπ. παρ.
[8] Βλ. όπ. παρ.
[9] Βλ. όπ. παρ., σ. 23.
[10] Βλ. όπ. παρ.
[11] Βλ. «Joint International Commission for the Theological Dialogue between the Orthodox Church and the Roman Catholic Church. Tenth Plenary Session. Ravenna, Italy, 8-14 October 2007. Communiqué», στο http://www.ec-patr.org/docdisplay, σ. 1.
[12] Βλ. όπ. παρ.
[13] Βλ. όπ. παρ., σ. 2.
[14] Βλ. όπ. παρ.
[15] Βλ. όπ. παρ.
[16] Βλ. «Die Frage der kirchlichen Gemeinschaft, Berührungspunkt zwischen Katholiken und Orthodoxen», στο http://www.zenit.org/ (Rom, 7. November 20007).
[17] Βλ. όπ. παρ.
[18] Για τη θέση της Ευχαριστίας και την εκκλησιολογική σημασία της στο Θεολογικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας βλ. την πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του Ιω. Κουρεμπελέ, «Η Ευχαριστία στο διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών», στο Ο κόσμος της Ορθοδοξίας στο παρελθόν και στο παρόν (Θεσμοί, Γεγονότα, Πρόσωπα, Πολιτισμός και Γράμματα στα Πρεσβυγενή Πατριαρχεία, στα Νεώτερα Πατριαρχεία και στις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες), Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 741 κ.ε.
[19] Βλ. «Ecclesiological and canonical Consequences of the sacramental Nature of the Church. Ecclesial Communion, Conciliarity and Authority» (Ravenna, 13 October 2007), στο http://www.ec-patr.org/docdisplay, σ. 1-11. Ελληνική μετάφραση του Κειμένου της Ραβέννας βλ. στο Παράρτημα της παρούσας μελέτης.
[20] Σχετικά με την ενότητα και την καθολικότητα της Εκκλησίας στα προγενέστερα κείμενα του Μονάχου, του Bari και του Νέου Βάλαμο, στα οποία στηρίζεται εν προκειμένω το κείμενο της Ραβέννας βλ. Γ. Δ. Μαρτζέλου, «Ενότητα και καθολικότητα της Εκκλησίας στο θεολογικό διάλογο μεταξύ Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας», στο Γρηγόριος ο Παλαμάς, τεύχ. 818, 90 (2007), σ. 331 κ.ε.
[21] Για την έννοια της αυθεντίας μέσα στην Εκκλησία και τη σχέση της με την ελευθερία σύμφωνα με τη βιβλική και πατερική παράδοση βλ. επίσης Γ. Δ. Μαρτζέλου, «Ελευθερία και αυθεντία από θεολογική και φιλοσοφική άποψη», στο Γρηγόριος ο Παλαμάς 63 (1980), σ. 34 κ.ε.. του ίδιου, Ορθόδοξο δόγμα και θεολογικός προβληματισμός. Μελετήματα δογματικής θεολογίας Β΄, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 36 κ.ε.
[22] Βλ. Κείμενο της Ραβέννας, § 5.
[23] Βλ. όπ. παρ., §§ 11, 18, 22.
[24] Βλ. §§ 35, 38
[25] Βλ. σχετικά Στ. Χ. Τσομπανίδη, Η Διακήρυξη «Dominus Jesus» και η οικουμενική σημασία της. Από το οικουμενικό άνοιγμα στην εκκλησιολογική αποκλειστικότητα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, Εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 11.
[26] Βλ. Lumen gentium, § 8. Πρβλ. και Unitatis redintegratio, § 3. Βλ. και Στ. Χ. Τσομπανίδη, όπ. παρ., σ. 55 κ.ε., 66 εξ.
[27] Βλ. Lumen gentium, § 8.
[28] Βλ. Ut unum sint, § 10. Βλ. και A. Basdekis, «Die Ökumene-Enzyklika des Papstes Johannes Paul II. „Ut unum sint“», στο Επιστημονική Παρουσία Εστίας Θεολόγων Χάλκης 4 (1997), σ. 181
[29] Βλ. Ut unum sint, § 11. Βλ. και Στ. Χ. Τσομπανίδη, όπ. παρ., σ. 130 εξ.
[30] Βλ. Ut unum sint, § 54.
[31] Βλ. «Declaration “Dominus Jesus” on the Unicity and salvific Universality of Jesus Christ and the Church», στο http://www.vatican.va/roman_curia/congregations/cfaith/documents/rc_con_cfaith
_doc_20000806_dominus-iesus_en.html, § 17.
[32] Βλ. όπ. παρ., § 16, υποσ. 56. Βλ. και Στ. Χ. Τσομπανίδη, όπ. παρ., σ. 178 εξ.
[33] Για τη σχέση μεταξύ του 34ου Αποστολικού Κανόνα και του 9ου Κανόνα της εν Εγκαινίοις συνόδου της Αντιοχείας (341) βλ. Π. Μενεβίσογλου, Ιστορική εισαγωγή εις τους Κανόνας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Έκδ. Ιερά Μητρόπολις Σουηδίας και πάσης Σκανδιναβίας, Στοκχόλμη 1990, σ. 112, 367 εξ.
[34] Βλ. Κείμενο της Ραβέννας, § 42.
[35] Σχετικά με τη θέση και το ρόλο του «πρώτου» στα πλαίσια της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας βλ. Βλ. Φειδά, «Η θέσις του πρώτου των επισκόπων εις την κοινωνίαν των τοπικών εκκλησιών», στο Église locale et Église universelle (Τοπική και κατά την Οικουμένην Εκκλησία), Les études théologiques de Chambésy (Αι θεολογικαί μελέται του Σαμπεζύ) 1, Éditions du Centre Orthodoxe du Patriarcat Œcuménique, Chambésy-Genève 1981, σ. 151 κ.ε. Βλ. επίσης και Β. Α. Τσίγκου, «Η θέση του Πατριάρχου Ιεροσολύμων και του “Πατριάρχου της Δύσεως” στην Καθολική Εκκλησία και η Εκκλησιολογία της “κοινωνίας” στην επιστολογραφία του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου», στο Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, 11 (2006), σ. 49.
[36] Βλ. όπ. παρ., § 33.
[37] Βλ. όπ. παρ., § 41.
[38] Σχετικά με το ζήτημα αυτό βλ. Βλ. Ιω. Φειδά, «Πατριάρχης της Δύσεως και παπικός θεσμός. Μια ορθόδοξη προσέγγιση», στο Επίσκεψις 660 (2006), σ. 18 κ.ε. Βλ. και Β. Α. Τσίγκου, όπ. παρ., σ. 41 κ.ε.
[39] Βλ. Σ. Συροπούλου, Απομνημονεύματα, V, 28, Έκδ. V. Laurent, Les «memoires» du Grand Ecclésiarque de l’Eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439), Vol. IX (Concilium Florentinum Documenta et Scriptores. Editum Consilio et Impensis Pontificii Instituti Orientalium Studiorum. Series B), Rome 1971, σ. 282.

1 Τα Ορθόδοξα μέλη εθεώρησαν σημαντικόν να τονίσουν ότι η χρήσις των όρων και εκφράσεων «η Εκκλησία», «η ανά τον κόσμον Εκκλησία», «η αδιαίρετος Εκκλησία» και «το Σώμα Χριστού» εις το παρόν Κείμενον και εις παρόμοια Κείμενα, τα οποία παρήχθησαν υπό της Μικτής Επιτροπής, κατ' ουδένα τρόπον δεν υπονομεύει την αυτοσυνειδησίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, περί της οποίας ομιλεί το Σύμβολον της Νικαίας (sic! αντί: Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως, Σ.τ.Μ.). Εξ επόψεως Καθολικής ισχύει η ιδία αυτοσυνειδησία: η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία «υφίσταται εν τη Καθολική Εκκλησία» (Lumen Gentium, 8)· τούτο δεν αποκλείει την αναγνώρισιν ότι στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας είναι παρόντα και εκτός της Καθολικής κοινωνίας.