Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

To Συμβούλιο της Ευρώπης υπέρ της υποχρεωτικότητας του θρησκευτικού μαθήματος

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ

Υπέρ της υποχρεωτικότητας του θρησκευτικού

μαθήματος το Συμβούλιο της Ευρώπης

* Αποφασίσθηκε να ενισχυθεί η επιμόρφωση των θεολόγων καθηγητών

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΙΟ, Ιούλιος 2009

Με επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της δεύτερης συνάντησης του Συμβουλίου της Ευρώπης, του τομέα του διαπολιτισμικού διαλόγου, με θέμα τη θρησκευτική διάσταση του διαπολιτισμικού διαλόγου (29 και 30 Ιουνίου). Στη συνάντηση αυτή, όπως και κατά την προηγούμενη το 2008, έλαβαν μέρος τα κράτη μέλη και οι παρατηρητές του Συμβουλίου της Ευρώπης, αντιπρόσωποι των θρησκευτικών και μη θρησκευτικών πεποιθήσεων, καθώς επίσης και εκπρόσωποι της Κοινωνίας των Πολιτών, μέσα σε έναν ανοικτό και διαφανή διάλογο γύρω από το σημαντικό θέμα «η διδασκαλία των μαθήματος των θρησκευτικών ως εργαλείο γνώσης του θρησκευτικού φαινομένου και των διαφόρων θρησκευτικών ή μη πεποιθήσεων στην εκπαίδευση. Συμβολή στην δημοκρατική εκπαίδευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον διαπολιτισμικό διάλογο».

Την επιστημονική αυτή εκδήλωση παρακολούθησαν εκπρόσωποι του Χριστιανισμού, του Ιουδαϊσμού και του Ισλαμισμού, εκπρόσωποι φιλοσοφικών και μη ομολογιακών οργανώσεων, εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Πανεπιστημιακοί, Σύμβουλοι και άλλοι εκπρόσωποι της Κοινωνίας των Πολιτών, ύστερα από πρόσκληση του κ. Guido Bellatti Ceccoli, Πρέσβη της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δημοκρατίας του Σαν Μαρίνο και Προέδρου της Ομάδας της Επιτροπής των Υπουργών για την Εκπαίδευση, τον Πολιτισμό, τη Νεότητα και το Περιβάλλον και του κ. Christian Oldenburg, Πρέσβη της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Δανίας και Προέδρου της Ομάδας της Επιτροπής των Υπουργών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Συμμετείχαν επίσης η κ. Gabriella Battaini-Dragoni, Συντονίστρια του Διαπολιτισμικού διαλόγου του Συμβουλίου της Ευρώπης, εκπρόσωποι του νέου Ευρωπαϊκού Κέντρου Wergeland (Όσλο, Νορβηγία), το οποίο μελετά το θέμα του διαθρησκειακού διαλόγου στην Εκπαίδευση και άλλα στελέχη του Συμβουλίου. Μεταξύ των προσκεκλημένων ήταν και ο αγαπητός συνάδελφος και εκλεκτός φίλος, Δρας Θεολογίας και Κοινωνιολογίας και στέλεχος
της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Ι. Μητρόπολης Δημητριάδος
Κωνσταντίνος Β. Ζορμπάς, Σύμβουλος της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Oπως επισημάνθηκε στις εργασίες της συνάντησης, το θέμα της διαπολιτισμικής διαφορετικότητας είναι διάχυτο σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας μας. Μια από τις βασικές προτεραιότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης είναι ο διαπολιτισμικός διάλογος, ώστε η διαφορετικότητα να μην αποτελεί στοιχείο συγκρούσεων αλλά πηγή αμοιβαίου εμπλουτισμού και να ενθαρρύνει την κατανόηση, τη συμφιλίωση και τον αλληλοσεβασμό μέσα στις σημερινές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Σκοπός της όλης προσπάθειας ήταν η μελέτη δύο βασικών κειμένων της Λευκής Βίβλου (White Paper) για τον Διαπολιτισμικό Διάλογο και της Οδηγίας (Recommadation) CM/Rec(2008)12 με τίτλο «Οι θρησκευτικές και μη θρησκευτικές πεποιθήσεις στην διαπολιτισμική εκπαίδευση».

Η διαχείριση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας της Ευρώπης αποτελεί, όπως επισημάνθηκε σχετικά, βασική προτεραιότητα του Συμβουλίου της Ευρώπης και έχει εμπλουτισθεί με σειρά σημαντικών συναντήσεων οι οποίες υιοθετήθηκαν από την Τρίτη Διάσκεψη κορυφής των επικεφαλής των Κρατών και των Κυβερνήσεων στη Βαρσοβία, τον Μάιο του 2005. Η Δήλωση (Déclaration de Faro), η οποία υιοθετήθηκε στη διάσκεψη των Υπουργών Πολιτισμού τον Οκτώβριο του 2005, πρότεινε, μεταξύ άλλων, και την προετοιμασία ενός «βιβλίου» για το διαπολιτισμικό διάλογο. Ποικίλες συναντήσεις έλαβαν χώρα, μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου του 2006, με αντικείμενο το ρόλο του διαπολιτισμικού διαλόγου. Η «Λευκή Βίβλος» δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2008 από τους Υπουργούς Εξωτερικών των 47 Κρατών-μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ η Οδηγία για τη θρησκευτική διάσταση του διαπολιτισμικού διαλόγου βασίστηκε στη «Λευκή Βίβλο» για τον διαπολιτισμικό διάλογο και δίδει προτάσεις και κατευθύνσεις για τη σημασία της διδασκαλίας των Μαθήματος των Θρησκευτικών στην Πρωτοβάθμια και την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Από την πλευρά του ο Δρας Κωνσταντίνος Ζορμπάς υπογράμμισε ότι «η Θρησκεία αποτελεί το κατ’ εξοχήν συστατικό μίας κοινωνίας που συμβάλλει στην κοινωνική συνοχή. Είναι επιτακτικό για τους μαθητές και τις μαθήτριες, κυρίως μετανάστες, να γνωρίζουν όχι μόνον την πλούσια θρησκευτική παράδοση του τόπου τους, αλλά και τις υπόλοιπες θρησκευτικές παραδόσεις, ώστε να προάγεται η κατανόηση, η ανοχή και η συμφιλίωση μεταξύ όλων των ανθρώπων της οικουμένης, ανεξάρτητα από θρησκευτικές πεποιθήσεις. Γι’ αυτό και είναι αναγκαία η υποχρεωτική διδασκαλία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, ακόμη και στους μαθητές εκείνους που δεν επιθυμούν, για διαφόρους λόγους, να παρακολουθήσουν ένα ομολογιακό μάθημα». Επεσήμανε μάλιστα την ανάγκη για συνεχή εκπαίδευση των Θεολόγων Καθηγητών (ΠΕ1), στα πλαίσια του Προγράμματος της δια βίου εκπαίδευσης, πρόταση η οποία υιοθετήθηκε στα συμπεράσματα της παραπάνω συνάντησης.

* Οι συμμετέχοντες στη σύσκεψη ενθάρρυναν τις προσπάθειες του Συμβουλίου της Ευρώπης να συντονίσει, να τονώσει και να καθοδηγήσει ποικίλες δράσεις για τους Εκπαιδευτικούς του Μαθήματος των Θρησκευτικών. Τόνισαν επίσης την ανάγκη να εξασφαλιστεί η υποχρεωτικότητα του Μαθήματος, αλλά και να τυπωθούν νέα εγχειρίδια προς ενίσχυση του έργου των Καθηγητών. Υπογράμμισαν τέλος τη δέσμευσή τους να βοηθήσουν τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να βοηθήσουν τους νέους και τις νέες κάθε πίστης και πεποίθησης με κοινές συναντήσεις και με τη διδασκαλία διαφόρων θεμάτων που αφορούν την ηθική διάσταση της καθημερινότητάς τους.

(Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης:
http://www.coe.int/t/dc/press/news/20090602_cm_dialogue_interculturel_fr.asp)

* Πηγή: Eνωση Θεολόγων ν. Λάρισας: http://theologylar.blogspot.com/2009/07/to.html

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Ωρα - και - για θεολόγους στα Δημοτικά

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ
Γραφείο 404, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ,
54624 Θεσσαλονίκη
τηλ. – fax: 2310 997113,
mail: theologoi@gmail.com,
URL: www.theologoi.wordpress.com

Θεσσαλονίκη 13.07.2009

Προς τον κ. Πρόεδρο της ΔΟΕ
κ. Δημήτριο Μπράτη

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε,

Σε ομιλία σας που κάνατε στην 78η Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ, αναφορικά με το διορισμό στην Α/θμια Εκπαίδευση, είπατε ότι:

«Τελευταία έχουμε και τις προτάσεις της Ένωσης Θεολόγων να διδάσκουν το μάθημα των θρησκευτικών στα Δημοτικά, τις οποίες δυστυχώς υιοθέτησε και ο Αρχιεπίσκοπος. Δεν θα το επιτρέψουμε ποτέ να γίνει. Δεν θα επιτρέψουμε να διαλυθεί το σχολείο και να γίνει κέντρο διερχομένων. Δεν είναι συντεχνιακό. Έχει να κάνει με την ποιότητα της Εκπ/σης, έχει να κάνει με αυτό που υπηρετεί το Δημοτικό σχολείο στη χώρα μας».

Από αυτά που είπατε αλλά και από αυτά που δεν είπατε κ. Πρόεδρε, θα θέλαμε να σας αποδείξουμε ότι δεν αντιμετωπίζετε το θέμα της διδασκαλίας των θρησκευτικών στην Α/θμια Εκπ/ση, βάσει των ποιοτικών κριτηρίων της αγωγής και βάσει του σκοπού που υπηρετεί το Δημοτικό σχολείο στη χώρα μας, όπως ισχυρίζεσθε.

Η θρησκευτική αγωγή στο σχολείο είναι υπόθεση όλου του ελληνικού λαού. Έχει ανυπολόγιστη αξία, διότι συνδέεται όχι μόνον με της υπαρξιακές ανάγκες του παιδιού, αλλά και με την ηθικοκοινωνική και πολιτισμική δομή της προσωπικότητάς τους. Λέτε ότι δεν θα επιτρέψετε στους θεολόγους να διδάξουν το μάθημα των θρησκευτικών στα δημοτικά. Οι θεολόγοι, όμως, είναι οι μόνοι ειδικοί επιστήμονες στην Ελλάδα για τη διδασκαλία των θρησκευτικών. Πέρα από τη θεολογική και θρησκειολογική τους κατάρτιση, έχουν κάνει Παιδαγωγική με Πρακτική Άσκηση στο σχολείο, Διδακτική του μαθήματος των θρησκευτικών με πρακτική άσκηση στο σχολείο, ψυχολογία, κοινωνιολογία, ηθική, πολιτισμό, βυζαντινή αρχαιολογία, λατρεία, μουσική κ.α. Στην Ευρώπη, κάθε εκπαιδευτικός που έχει κάνει αυτήν την κατάρτιση, διορίζεται είτε στο Δημοτικό, είτε στο Γυμνάσιο για να διδάσκει το μάθημα των θρησκευτικών. Εσείς, γιατί δεν θα το επιτρέψετε κ. Πρόεδρε;
Οι δάσκαλοι στο Δημοτικό είναι υποχρεωμένοι να διδάσκουν, όπως τα άλλα μαθήματα και το μάθημα των Θρησκευτικών; Γνωρίζετε, όπως γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες γονείς που έχουν παιδιά στο Δημοτικό Σχολείο, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των δασκάλων σε ολόκληρη τη χώρα δεν κάνουν θρησκευτική αγωγή στο σχολείο, παραβιάζοντας το πρόγραμμα, τον εκπαιδευτικό Νόμο και το Σύνταγμα της χώρας; Το Σύνταγμα της χώρας, την οποία, όπως λέτε υπηρετεί το Δημοτικό σχολείο, στο άρθρο 16, παρ. 2, ορίζει ως σκοπό της παιδείας, εκτός των άλλων και την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης». Ο ισχύων εκπαιδευτικός Νόμος 1566/1985, άρθρο 1, για τη «Δομή και τη λειτουργία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης» ορίζει ως έναν από τους σκοπούς της Εκπαίδευσης τη βοήθεια του σχολείου προς τους μαθητές για να έχουν «πίστη προς τα γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Παράδοσης»; Στο νέο Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών, (ΦΕΚ 303/13.03.2003, σ. 3735), αναφέρεται ως αναγκαία η διατήρηση της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας του κάθε Έλληνα, η οποία συνδέεται άμεσα με «την ανάπτυξη της εθνικής, πολιτισμικής, γλωσσικής και θρησκευτικής συνείδησης»; Όταν ένα μεγάλο μέρος των δασκάλων αποφεύγουν να διδάξουν το μάθημα των θρησκευτικών, τότε πώς λέτε ότι το Δημοτικό υπηρετεί την χώρα μας;
Η διδασκαλία της θρησκευτικής αγωγής στο Δημοτικό σχολείο που, εκτός των άλλων έχει σχέση με την πολιτισμική μας ταυτότητα, χωλαίνει και είναι πλημμελής. Αποτελεί κοινό μυστικό ότι τις ώρες των θρησκευτικών, που μεταφράζονται σε εκατοντάδες θέσεων εργασίας σε όλη την χώρα, τις καρπούνται κάποιοι, τους οποίους πληρώνει ο λαός, χωρίς να εργάζονται γι’ αυτές τις συγκεκριμένες ώρες, χωρίς να παράγουν το συγκεκριμένο έργο.
Είναι γνωστό ότι για λόγους ιδεολογικούς, έχει υποτιμηθεί η Διδακτική των Θρησκευτικών, η οποία στα Παιδαγωγικά Τμήματα, στην πλειοψηφία των οποίων δεν προσφέρεται καν η απαιτούμενη κατάρτιση των υποψηφίων δασκάλων. Ενώ υπάρχει σε όλα τα Τμήματα διδακτική της Γλώσσας, της Ιστορίας, της φυσικής, των μαθηματικών κ.α., στα περισσότερα δεν υπάρχει Διδακτική των Θρησκευτικών. Η υποτίμηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει ούτε η στοιχειώδης κατάρτιση στην πλειοψηφία των δασκάλων για το μάθημα των θρησκευτικών. Όπως γνωρίζετε, για να διδάξει ένας θεολόγος το μάθημα των θρησκευτικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση περνάει 4ετή φοίτηση στις από τις καθηγητικές θεολογικές σχολές.
Στην Ευρώπη σήμερα, σε κανένα από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν συμβαίνει αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας. Τα είκοσι έξι (26) κράτη-μέλη δίνουν μεγάλη ηθικοκοινωνική αλλά και θεολογική αξία και σημασία στη θρησκευτική αγωγή. Αποτελεί ένα βασικό μάθημα του σχολείου και διδάσκεται με επιστημονικές και παιδαγωγικές προϋποθέσεις θεολογικά και όχι θρησκειολογικά. Γι’ αυτό δεν επιτρέπεται να διδάξουν το μάθημα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση δάσκαλοι που δεν έχουν καταρτιστεί Ακαδημαϊκά πάνω στην θεολογική επιστήμη και τη Διδακτική των Θρησκευτικών.

Έτσι οι φοιτητές που επιθυμούν να διδάξουν θρησκευτική αγωγή στην Ευρώπη είναι υποχρεωμένοι να παρακολουθήσουν μαθήματα για κάποια εξάμηνα είτε σε θεολογικές σχολές είτε σε ειδικά θεολογικά κολέγια για την ειδική επιστημονική συγκρότηση που απαιτείται για τη διδασκαλία της θρησκευτικής αγωγής. Το θέμα λοιπόν της διδασκαλίας των θρησκευτικών από θεολόγους στο Δημοτικό, κύριε Πρόεδρε, δεν είναι συντεχνιακό και σ’ αυτό συμφωνούμε και εμείς. Είναι θέμα αγωγής. Τα παιδιά είναι ανάγκη να έχουν μια ολόπλευρη αγωγή-μόρφωση για να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Η θρησκευτική αγωγή αποτελεί επιστημονικά μια αναγκαία και απαραίτητη πλευρά αυτής της αγωγής, διότι ένα μεγάλο κομμάτι της ζώσας πραγματικότητας σχετίζεται κοινωνικά, ηθικά, πολιτισμικά, λαογραφικά και αρχαιολογικά με την ορθόδοξη χριστιανική πολιτισμική μας παράδοση. Το μάθημα όχι μόνο πρέπει να διδάσκεται στο Δημοτικό, αλλά να διδάσκεται σωστά, επιστημονικά, προσφέροντας στα παιδιά τα θρησκευτικά ερεθίσματα, τους θεολογικούς προβληματισμούς, τις υποδομές που απαιτεί η σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης.
Οι θρησκευτικές γνώσεις και πληροφορίες, είναι ανάγκη να ενημερώνουν βασικά τα παιδιά για τη δική τους πίστη. Ταυτόχρονα, όμως, πρέπει να το ενημερώνουν και για τις άλλες μεγάλες θρησκευτικές κοινότητες της ανθρωπότητας καθώς και για το σεβασμό τους και την ανοχή που πρέπει να δείχνουν απέναντι στη θρησκευτική ετερότητα.
Αν λοιπόν, όπως λέτε, το θέμα για σας σχετίζεται με την ποιότητα της εκπαίδευσης και με αυτό που υπηρετεί το δημοτικό σχολείο στη χώρα μας, γιατί επιμένετε να στηρίζετε αυτό το καθεστώς;
Και γιατί κ. Πρόεδρε δεν θα επιτρέψετε να μπουν θεολόγοι στο Δημοτικό. Για να μη γίνει κέντρο διερχομένων όπως λέτε; Μα με τις άλλες ειδικότητες που μπήκαν από καθηγητικές σχολές, πως δεν έγινε κέντρο διερχομένων;
Εμείς θέλουμε το Δημοτικό Σχολείο να είναι Κέντρο Αγωγής-Παιδείας-μόρφωσης. Γι’ αυτό θέλουμε το θεολόγο στο Δημοτικό. Για να κάνει αγωγή – θρησκευτική αγωγή. Για να γίνεται το μάθημα των θρησκευτικών σωστά από ειδικούς επιστήμονες.
Εκείνοι που κάνουν το Δημοτικό σχολείο κέντρο διερχομένων είναι οι δάσκαλοι που παραβιάζουν το Πρόγραμμα, το Νόμο και το Σύνταγμα όσον αφορά τη θρησκευτική αγωγή. Δεν θα το κάνουν οι Θεολόγοι, όπως δεν το έκαναν οι Γυμναστές, οι Μουσικοί, οι καθηγητές Ξένων Γλωσσών.
Κύριε Πρόεδρε, το θέμα είναι σοβαρό. Είναι θέμα καθαρά παιδαγωγικό και έχετε υποχρέωση να το δείτε με υπευθυνότητα.
Το γεγονός ότι ανοίχτηκε διάλογος για το σπουδαίο αυτό θέμα αποτελεί υγιές στοιχείο, διότι η παιδεία είναι θέμα εθνικό και αφορά ολόκληρο το λαό.
Θα θέλαμε να αποσυνδέσετε τη θρησκευτική αγωγή με τις θέσεις που έχετε πρόσφατα διατυπώσει για το χωρισμό Εκκλησίας-Πολιτείας. Η θρησκευτική αγωγή είναι ένα σχολικό μάθημα, που ανήκει στην Πολιτεία, σχεδιάζεται και ελέγχεται από την Πολιτεία (κατάρτιση Προγραμμάτων, συγγραφή βιβλίων, οδηγίες εκπαιδευτικών, διορισμοί εκπαιδευτικών, σεμινάρια εκπαιδευτικών, σύμβουλοι).
Το θρησκευτικό μάθημα συνδέεται με την μακραίωνη παράδοση, τον πολιτισμό, τους αγώνες, τις θυσίες και την πίστη αυτού του λαού, αυτής της χώρας. Δεν είναι κατηχητικό διότι η κατήχηση γίνεται στην Εκκλησία, δεν είναι Ομολογιακό, διότι η Ορθοδοξία δεν είναι ομολογία, είναι σε κάθε περίπτωση πιο φιλελεύθερο και πιο ανοικτό στη δομή του από το θρησκευτικό μάθημα των Ευρωπαϊκών χωρών.
Το ότι υπάρχει ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης, εμπλουτισμού, είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Ωστόσο, η υποτίμηση, η σιωπηλή κατάργησή του στο δημοτικό σχολείο, αποτελεί θανάσιμο ηθικοκοινωνικό και πολιτισμικό λάθος, το οποίο θα το υποστεί πάλι στο μέλλον αυτή η χώρα.
Το μάθημα των Θρησκευτικών προσφέρει πολλά και μπορεί να προσφέρει περισσότερα, αν το αντιμετωπίσουμε διαφορετικά και αν το διδάσκουμε σωστά.
Θα θέλαμε επομένως να δείτε ως Ομοσπονδία το θέμα, ως θέμα αγωγής των παιδιών, λαμβάνοντας υπόψη και τις δικές μας θέσεις, και πιστεύουμε ότι μετά από ένα γόνιμο και δημιουργικό διάλογο, θα προκύψουν προβληματισμοί που ίσως μετατοπίσουν κάποια από τα κριτήρια που βάλατε ως προς το θέμα της ποιότητας της εκπαίδευσης.

Φιλικά και συναδελφικά,
Η Διοικούσα Επιτροπή

Παρέμβαση υπέρ της υποχρεωτικότητας της θρησκευτικού μαθήματος

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ
Γραφείο 404, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, 54624 Θεσσαλονίκη
τηλ. – fax: 2310 997113, mail: theologoi@gmail.com, URL: www.theologoi.wordpress.com


Προς
Τον αξιότιμο κ. Υπουργό
Παιδείας και Θρησκευμάτων
Αθήνα

Θεσσαλονίκη 13.07.2009

Κύριε Ὑπουργέ

Ἡ θρησκευτικότητα ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς σπουδαιότερες πτυχὲς τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν εἶναι τὸ γνωστικὸ ἀντικείμενο, πού βοηθᾶ τὸ μαθητή νά ἀποκτήσει μιά ὑγιῆ θρησκευτικὴ συνείδηση, ποὺ νά ἀνταποκρίνεται στήν ἔμφυτη πνευματική του ἀνάγκη, ἀφοῦ ἡ πίστη στό Θεό ἀποτελεῖ ἕνα κύριο στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ἡ θρησκευτικότητα μπορεῖ νά καλύψει τὴν ἀνάγκη καὶ τὴν ἀναζήτηση πού ἔχει ὁ νέος γιά ἀφοσίωση καὶ αὐτοπραγμάτωση[1].

Ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία, ἤδη ἀπὸ τὴν ἵδρυσή της, διαπιστώνοντας ὅτι οἱ πολίτες της, στή μεγάλη τους πλειονοψηφία εἶναι ἔνθεοι, ὅπως ὅλοι σχεδὸν οἱ διὰ μέσου τῶν αἰώνων πρόγονοί τους καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχουν ἐκατοντάδες θρησκευτικὲς αἱρέσεις, μερικὲς ἀπό τίς ὁποῖες μάλιστα εἶναι καὶ ἐπικίνδυνες, θεώρησε ὡς ἀναγκαῖα τὴν ἔνταξη στό Πρόγραμμα Σπουδῶν τῆς Πρωτοβάθμιας καὶ Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν.
Ἡ θρησκευτικὴ ἀγωγή, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ βασικότερα ἀνθρωπιστικὰ καὶ κοινωνικὰ μαθήματα τοῦ σχολείου, ἀποτελεῖ μιά σύγχρονη καὶ ἀπαραίτητη, ἰδιαίτερα στήν ἐποχὴ μας, σχολικὴ παιδευτικὴ διαδικασία, ποὺ στοχεύει σέ ἕνα καινούριο ἄνθρωπο καὶ ἕνα καινούριο κόσμο[2].
Στόχος της εἶναι νά βοηθήσει τὸ μαθητή νά καλλιεργήσει στήν ψυχὴ του τὴν ἐπιθυμία τῆς συμμετοχῆς του στήν ἀνακαίνιση τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ποὺ ἄρχισε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ συνεχίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Προσδοκία της εἶναι, ἐπίσης, νά συντελεῖ στή διαμόρφωση στάσεων καὶ τρόπων ζωῆς, ποὺ νά ἔχουν ὡς ἀφετηρία τους τὴν ἀλήθεια, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἐλευθερία. Ταυτόχρονα, συντελεῖ σημαντικὰ στό νά καλλιεργεῖται μέ ἀρτιότερο τρόπο στό σχολεῖο ἡ προετοιμασία ἑνὸς εὐρωπαίου ἀνθρώπου, ποὺ νά μπορεῖ νά συμμετέχει στή σύγχρονη κοινωνία τῆς πληροφορίας καὶ τῆς τεχνολογίας, διατηρώντας ὅμως τὰ ἰδιαίτερα ἀνθρωπιστικὰ καὶ κοινωνικὰ στοιχεῖα τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ. Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ὁδηγεῖ τὸ μαθητή μέσα ἀπὸ μιά διαδρομή, κατὰ τὴν ὁποία συναντιέται ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός μέ τὴν ὀρθόδοξη παράδοση. Εἶναι ἡ διαδρομή πού βιώθηκε ἀπὸ τὸ σύνολο τοῦ λαοῦ καὶ σχετίζεται ἄμεσα μέ αὐτό πού λέμε νεοελληνικὴ ταυτότητα[3]. Ἡ ταυτότητα αὐτή, ἐκτός ἀπό τίς ἄλλες σχεσιακὲς της συνδέσεις, σχετίζεται ἄμεσα καί μέ τήν ὀρθόδοξη θρησκευτικὴ συνείδηση, τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ζωὴ καὶ ἡ χριστιανικὴ πίστη, ἄλλωστε, ἔχουν ἐπηρεάσει διαχρονικὰ τὴν ἑλληνικὴ νομοθεσία, τὴν κοινωνική, τὴν πολιτισμικὴ καὶ τὴν πολιτικὴ ζωή.
Ἡ ὀργανικὴ αὐτὴ σχέση ἀποτελεῖ μιά ἀπό τίς πολιτισμικὲς ἰδιαιτερότητες τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ δὲ Εὐρωπαϊκὴ Ἓνωση, μέ τίς μέχρι τώρα ὁδηγίες της, ὄχι μόνο δέν ἐπιβάλλει τὴν κατάργηση ἢ παραχάραξη τῶν πολιτισμικῶν ἰδιαιτεροτήτων κανενὸς ἀπὸ τοὺς λαοὺς της, ἀλλὰ, ἀντίθετα, ἔχει ἐκφράσει τίς προθέσεις της γιά τὴν ἀνάγκη προστασίας καὶ διατήρησής τους.
Ἡ σχολικὴ θρησκευτικὴ ἀγωγή, ἐμπλουτισμένη ὅπως εἶναι μέ ἕνα συνδυασμό πού συμπεριλαμβάνει καὶ τὸν πολιτισμικὸ καὶ τὸν ἠθικοκοινωνικὸ προσανατολισμὸ τῶν μαθητῶν, ἀπαντᾶ ἱκανοποιητικὰ στό ὁμολογουμένως τεράστιο ἐνδιαφέρον, πού, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ὑπάρχει τὰ τελευταῖα χρόνια τόσο στην Ἑλλάδα, ὅσο καὶ στόν ὑπόλοιπο κόσμο, γιά τή θρησκεία καὶ τὴν πίστη[4].
Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἐμπνέει καὶ ἠθικοκοινωνικὲς ἀρχὲς στούς μαθητές. Τὰ τελευταῖα χρόνια, ἔντονη εἶναι ἡ αἴσθηση ὅτι ἡ ἀληθινὴ κοινωνικότητα καὶ τὸ γνήσιο ἀνθρώπινο ἦθος ἀποτελοῦν σπάνια φαινόμενα στίς σύγχρονες κοινωνίες[5]. Ἂν καὶ ἡ ἐποχὴ μας εἶναι ἔντονα ἐπικοινωνιακή, οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται μεγάλη μοναξιά, κλείνονται στον ἑαυτὸ τους καὶ «κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὸ στοιχεῖο τῆς διαφωνίας, τῆς ἀντιπαράθεσης καὶ τῆς σύγκρουσης»[6].
Αὐτὴ ἡ ἔλλειψη ἀληθινῆς κοινωνίας προσώπων εἶναι τὸ βασικὸ πρόβλημά τους, ἀφοῦ θεωρεῖται ἡ πηγὴ ὅλων τῶν ἀρνητικῶν καταστάσεων τῆς πολιτικοκοινωνικῆς ζωῆς.
Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, μέσα ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, πού πηγάζει ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὸ ἔντονο κοινωνικὸ καὶ εὐχαριστιακὸ πνεῦμα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ἀποζητᾶ τὴν προσωπικὴ σχέση καί καλλιεργεῖ τὴν κοινωνικότητα, καθὼς καί τίς ἀληθινὲς διανθρώπινες, οἰκουμενικὲς καὶ διαπροσωπικὲς σχέσεις ἀνάμεσα σέ ἀνθρώπους καὶ λαούς[7].

Οἱ λόγοι καθιέρωσης τῆς ὑποχρεωτικότητας τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς

Σὲ εὐρωπαϊκὰ κράτη, ὅταν σχεδιάζεται κάποια μεταρρύθμιση στό σχολεῖο καὶ εἰδικά σέ θέματα πού ἀφοροῦν στά Ἀναλυτικὰ Προγράμματα (Curricula), πραγματοποιεῖται μιά πολύχρονη ἐπιστημονικὴ διαδικασία ἀπὸ συσκέψεις καὶ ἔρευνες εἰδικῶν[8]. Ἡ διαδικασία αὐτή, ἀφοῦ καταλήξει σέ κάποιο πόρισμα, ἐφαρμόζεται πειραματικὰ γιά μία - δύο σχολικὲς χρονιές σέ κάποιες σχολικὲς μονάδες, ἐξετάζονται καὶ ἀναλύονται τὰ ἀποτελέσματα, οἱ ἀντιδράσεις δασκάλων-μαθητῶν, διαπιστώνεται, ἐὰν καὶ πόσο ὠφελεῖται ἤ βλάπτεται ὁ μαθητὴς καὶ ἡ παιδεία γενικότερα καὶ μετὰ συσκέπτεται ἡ πολιτικὴ ἡγεσία γιά ἀποφάσεις.
Ὡστόσο, ἐνημερώνεται ἡ κοινὴ γνώμη καὶ οἱ ἄμεσα ἐνδιαφερόμενοι, ζητεῖται ἡ θέση τῶν εἰδικῶν, τῶν γονέων, τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ πραγματοποιεῖται ἐπιστημονικὴ ἀνταλλαγή ἀπόψεων γιά τὸ θέμα σέ εἰδικὰ ἐπιστημονικὰ περιοδικά. Ἀφοῦ λάβει ὅλα αὐτὰ ὑπόψη, ἡ πολιτικὴ ἡγεσία ἀποφασίζει ἢ ὄχι γιά τή γενίκευση τῶν ἀλλαγῶν σέ ὅλες τίς σχολικὲς μονάδες τῆς χώρας.
Σὲ μᾶς, κατὰ τὴν περίπτωση τῆς πρόσφατης κατάργησης τῆς ὑποχρεωτικότητας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, δέν ἔγινε τίποτε ἀπὸ τὰ παραπάνω. Στάλθηκαν μόνον οἱ ὑπουργικὲς ἐγκύκλιοι καὶ τέθηκαν ἀπευθείας σε ἐφαρμογὴ ἀπὸ τά σχολεῖα.
Ἡ ἀπόφαση αὐτὴ εἶναι μιά πολιτική πράξη μέ ἰδιαίτερη σημασία, διότι γιά πρώτη φορά, μετὰ τὴν ἵδρυση τοῦ νεοελληνικοῦ κράτους καὶ τὴν καθιέρωση τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στήν ἑλληνικὴ παιδεία ὡς ὑποχρεωτικοῦ[9], ἀμφισβητεῖται τόσο ἀπροκάλυπτα καὶ ἔμπρακτα ἡ ἀξία τῆς σχολικῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς.
Πάντοτε ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ πολιτεία ὁ ὑψηλὸς παιδαγωγικὸς ρόλος τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος, διότι θεωροῦνταν ὅτι ἐκφράζει, προβάλλει, διερμηνεύει καὶ διασώζει στό χῶρο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας τόσο τὸν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ πολιτισμὸ, ὅσο καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῆς ζώσας γιά ὅλους σχεδὸν τοὺς Ἕλληνες ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης.
Ἡ συνταγματικὴ ὑποχρεωτικότητα, ἄλλωστε, τῆς ἐκπαίδευσης καὶ συνεπῶς, τῆς παρακολούθησης ὅλων τῶν σχολικῶν μαθημάτων δηλώνει ὅτι τὰ περιεχόμενα τῶν μαθημάτων αὐτῶν θεωροῦνται ἀναγκαῖα καὶ ἀναντικατάστατα γιά μιά γενική παιδεία καὶ μιά κοινή θρησκευτική, ἀνθρωπιστική, πολιτισμική, ἱστορικὴ, γλωσσική, κοινωνική καὶ οἰκολογικὴ ἀγωγή.
Βρισκόμαστε σέ μιά ἐποχή πού ἡ ἀνάγκη γιά ἀνθρωπιστικὴ μόρφωση τῶν νέων μέ γνώσεις, παιδεία καὶ ἦθος[10] συνεχῶς μεγεθύνεται.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιό πετυχημένους ὁρισμοὺς τῆς μάθησης εἶναι ἐκεῖνος πού τὴν προσδιορίζει ὡς «μὸνιμη μεταβολὴ τῆς συμπεριφορᾶς, πού προκύπτει ὡς ἀποτέλεσμα ἐμπειρίας καὶ ἄσκησης»[11]. Οἱ γνώσεις πού παίρνει τὸ παιδὶ στό σχολεῖο ἐμπεριέχουν θρησκευτικά, πολιτισμικά, ἠθικοκοινωνικὰ καί οἰκολογικὰ πρότυπα[12] καθώς καί ἄλλες παιδαγωγικὲς εὐαισθησίες ἔτσι, ὥστε νά μπορεῖ βαθμιαῖα νά καλλιεργεῖ ἤ ἀκόμη καί νά διορθώνει τή σκέψη καὶ τὸ χαρακτήρα του.
Γενικὴ διαπίστωση στό χῶρο τῶν ἐπιστημῶν τῆς ἀγωγῆς εἶναι ὅτι οἱ μαθητές πού παρακολουθοῦν τὸ σχολεῖο διαφέρουν συνήθως ἀπὸ τοὺς ἀναλφάβητους ἢ ἐκείνους πού λαμβάνουν λιγότερη μόρφωση. Ὅσο περισσότερο φοιτοῦν οἱ μαθητὲς στό σχολεῖο, τόσο πιό πολὺ βελτιώνεται τὸ ἦθος τους, διότι μαθαίνουν πιό πολύ τοὺς κοινωνικοὺς τους ρόλους, τὴν κουλτούρα καὶ τὴν ἱστορία τοῦ τόπου τους καὶ γενικὰ, προετοιμάζονται γιά τή ζωή. Οἱ γνώσεις τους τοὺς βοηθοῦν στήν ἐπικοινωνία τους στίς διαπροσωπικὲς καὶ διανθρώπινες σχέσεις τους, στή διαμόρφωση τῆς ταυτότητάς τους σέ σχέση μέ τὴν κοινωνία πού ζοῦν, στήν περαιτέρω μάθηση καὶ στήν ἐπίλυση ἢ ἀντιμετώπιση προβλημάτων στή ζωὴ τους[13].
Ἀνάμεσα στίς δεξιότητες καὶ στά χαρακτηριστικά πού ἐπηρρεάζονται ἀπὸ τή φοίτηση στό σχολεῖο, εἶναι ἡ κατανόηση καὶ βίωση τῆς ἀξίας τῆς δημοκρατίας, ἡ καλλιέργεια καὶ ἄσκηση τῆς ἱκανότητάς τους νά σκέπτονται μέ κριτικὸ τρόπο, καθώς καί ἡ θετικὴ ἐπίδραση στόν τρόπο ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς τους[14].
Βασικὸ κριτήριο γιά τὴν κατάρτιση τῶν Προγραμμάτων Σπουδῶν καὶ τή συγγραφή τῶν σχολικῶν βιβλίων εἶναι νά προσφέρουν, μὲ τὸ περιεχόμενό τους, ἀγωγή, παιδεία καὶ μόρφωση στούς μαθητές.
Τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ὡς γνωστό, μὲ βάση τὸν ἰσχύοντα Νόμο 1566 τοῦ 1985 γιά τὴν Ἐκπαίδευση, συμβάλλει μαζί μέ ὅλα τὰ ἄλλα μαθήματα στήν ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ τῆς παιδείας, ποὺ εἶναι, ἐκτός τῶν ἄλλων, «ἡ ὁλόπλευρη, ἁρμονικὴ καὶ ἰσόρροπη ἀνάπτυξη … τῶν μαθητῶν … σὲ ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες»[15].
Πέρα ἀπὸ τή συμβολὴ του, ὡστόσο, στή γενικὴ μόρφωση τῶν μαθητῶν, τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν ἔχει καὶ ὡς εἰδικὸ στόχο νά βοηθᾶ τὴν παιδεία νά ἐκπληρώνει τὸ συνταγματικὸ της σκοπό πού εἶναι «ἡ ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνείδησης τῶν μαθητῶν»[16]. Μὲ τὸν ἰσχύοντα Νόμο 1566 τοῦ 1985, ὁ παραπάνω συνταγματικὸς σκοπὸς τῆς ἑλληνικῆς παιδείας συγκεκριμενοποιεῖται ἀκόμη περισσότερο, στή βοήθεια πού παρέχει ἡ παιδεία στούς μαθητές, προκειμένου «νά διακατέχονται ἀπὸ πίστη στά γνήσια στοιχεῖα τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς παράδοσης»[17].
Ὁ παραπάνω Νόμος, μάλιστα, ὁρίζοντας εἰδικότερα τὸ σκοπὸ τῆς παιδείας, τονίζει ὅτι τὸ σχολεῖο βοηθᾶ τοὺς μαθητὲς νά ἐξοικειώνονται «μέ τίς ἠθικές, θρησκευτικές, ἐθνικές, ἀνθρωπιστικὲς καὶ ἄλλες ἀξίες» γιά νά μποροῦν μέ αὐτὲς «νά ρυθμίζουν τή συμπεριφορὰ τους», συνειδητοποιώντας «τή βαθύτερη σημασία τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανικοῦ ἤθους καὶ τῆς σταθερῆς προσήλωσης στίς πανανθρώπινες ἀξίες»[18].
Στό Ἐνιαῖο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδῶν στά θρησκευτικὰ τοῦ 1998, ἀκόμη, ὡς σκοπὸς τῆς διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, ὁρίζεται ἡ «καλλιέργεια τοῦ ὀρθόδοξου ἐκκλησιαστικοῦ χριστιανικοῦ φρονήματος καὶ ἡ πορεία τῆς ζωῆς τῶν μαθητῶν σύμφωνα μέ αὐτό» καθὼς καὶ ἡ καθοδήγησή τους «στή σωστὴ κοινωνικοποίηση»[19].
Στό τελευταῖο, ἐξάλλου, νέο Διαθεματικὸ Πρόγραμμα Σπουδῶν τονίζεται ὅτι ἡ σύγχρονη πραγματικότητα «ἀπαιτεῖ τὴν ἀνάπτυξη κοινωνικῶν δεξιοτήτων, δεξιοτήτων ἐπικοινωνίας, συνεργασίας καὶ συμμετοχῆς ὅλων στίς σύγχρονες κοινωνικὲς ἐξελίξεις»[20].
Ὑπογραμμίζεται, ἐπίσης, ὅτι «σέ ἕνα συνεχῶς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, μὲ ἐμφανῆ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς κοινωνικῆς ρευστότητας, ἡ κοινωνικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀτόμου καὶ ἡ πορεία του πρὸς τὴν αὐτογνωσία ἀπαιτοῦν εὐρεία καί διαρκῆ κοινωνικὴ ἀλληλεπίδραση»[21].
Σύμφωνα μέ τὰ παραπάνω, γιά τὴν ἐπίτευξη μιᾶς «ἁρμονικῆς κοινωνικῆς ἔνταξης καὶ συμβίωσης εἶναι ἀπαραίτητο κάθε ἄτομο νά μάθει νά συμβιώνει μέ τοὺς ἄλλους σεβόμενο τὸν πολιτισμὸ καὶ τή γλῶσσα τους», διατηρώντας, ὡστόσο, «τὴν ἐθνικὴ καὶ πολιτισμικὴ του ταυτότητα μέσα ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐθνικῆς, πολιτισμικῆς, γλωσσικῆς καὶ θρησκευτικῆς ἀγωγῆς»[22].
Εἰδικότερα, στό νέο Διαθεματικὸ Ἐνιαῖο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδῶν, ποὺ ἀφορᾶ στό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν, ἀναφέρεται ὅτι «ἡ θρησκευτικὴ ἐκπαίδευση τῶν μαθητῶν, ὅπως ἀναγνωρίζεται καὶ διεθνῶς…, ἔχει ὕψιστη κοινωνικὴ σημασία». Ὑπογραμμίζεται ἀκόμη ὅτι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν «συμβάλλει στήν ἀντιμετώπιση τῶν κοινωνικῶν προβλημάτων»[23] καὶ ὅτι μέ τή διδασκαλία του «οἱ μαθητὲς ἐπιδιώκεται νά ἀξιοποιήσουν τὴν προσφορά τοῦ μαθήματος, ὥστε νά εὐαισθητοποιηθοῦν ἀπέναντι στόν σύγχρονο κοινωνικὸ προβληματισμὸ καὶ νά βοηθηθοῦν νά πάρουν ἔμπρακτα θέση»[24].
Μὲ ὅσα προαναφέραμε, εἶναι ἐμφανὲς ὅτι ἡ ἴδια ἡ πολιτεία, μὲ βάση τὸ Σύνταγμα, τοὺς ἰσχύοντες νόμους καὶ τὰ Προγράμματα Σπουδῶν, ἀναγνωρίζει τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς στό σχολεῖο καὶ δέχεται, μέ τὸν τρόπο αὐτό, αὐτό πού δέχονται ὅλες οἱ εὐρωπαϊκὲς χῶρες καὶ ὅλες οἱ σύγχρονες παιδαγωγικὲς θεωρίες, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀγωγὴ καὶ ἡ μόρφωση τῶν μαθητῶν δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄσχετη μέ τὴν κοινωνική, τὴν πολιτισμικὴ καὶ τή θρησκευτικὴ συνείδηση τοῦ τόπου στόν ὁποῖο ζοῦν καὶ ἀναπτύσσονται[25].

Ὁ ἀντιπαιδαγωγικὸς χαρακτήρας τοῦ προαιρετικοῦ μοντέλου τῆς σχολικῆς θρησκευτικῆς ἀγωγῆς

Ἡ θέσπιση ἀπὸ τὸ ΥΠΕΠΘ τῆς προαιρετικότητας τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν στό σχολεῖο δημιουργεῖ τεράστιο κοινωνικὸ καὶ πολιτισμικὸ πρόβλημα[26]. Ἡ ἑλληνικὴ παιδεία μέ τὸ μέτρο αὐτὸ χάνει ἕνα μέρος τοῦ κοινωνικοποιητικοῦ καὶ πολιτισμικοῦ της ρόλου, ποὺ θά ἔχει ἀντίκτυπο, ὄχι μόνο στούς μὴ συμμετέχοντες μαθητές, οἱ ὁποῖοι, οὕτως ἢ ἄλλως, πρόκειται νά κληρονομήσουν ἕνα μαθησιακὸ καὶ, ἐπομένως, κοινωνικὸ καὶ πολιτισμικὸ κενό μέ μεγάλες συνέπειες στήν πορεία τῆς ζωῆς τους, ἀλλὰ καὶ στήν κοινωνία γενικότερα.
Μὲ τὸ μέτρο τῆς προαιρετικότητας γίνεται ἐπίσημα ἀποδεκτὴ μιά διπλῆς μορφῆς καὶ ποιότητας κοινωνικοποίηση στό σχολεῖο μέ δύο κατηγορίες ἐκκολαπτόμενων πολιτῶν: αὐτούς πού θά μετέχουν καὶ θά μαθαίνουν τὰ μορφωτικὰ ἀγαθά, ποὺ σχετίζονται μέ τὸν πολιτισμὸ καὶ τὴν ἠθικοκοινωνικὴ ἀγωγή πού προσφέρονται μέσα καὶ ἀπὸ τή θρησκευτικὴ ἀγωγή καὶ αὐτούς πού δέν θά τὰ μαθαίνουν.
Ἐπισημαίνεται στό σημεῖο αὐτὸ ὅτι ἡ ἠθικότητα, ὡς τρόπος συμπεριφορᾶς, λόγῳ τῆς μεγάλης σπουδαιότητας πού ἔχει, «ἀποτελεῖ ἀντικείμενο ἐνδιαφέροντος τῆς φιλοσοφίας, τῆς θρησκείας, τῆς ψυχολογίας, τῆς κοινωνιολογίας καὶ τῆς παιδαγωγικῆς, ποὺ ἐπιχειροῦν ἀνάλογα, νά ἀναλύσουν, νά ἑρμηνεύσουν ἢ νά ἐμπεδώσουν τίς στάσεις καί τίς πρακτικὲς της»[27].
Ἡ ἠθικοκοινωνικὴ ἀγωγὴ καὶ συμπεριφορὰ τοῦ παιδιοῦ, ἰδιαίτερα μέσα σέ ἕνα θρησκευόμενο λαό, βασίζεται, ἐκτός τῶν ἄλλων, στή θρησκευτικὴ διάσταση τῆς μαθήσεως πού παρέχεται ἀπὸ τὸ σχολεῖο. Ἄλλωστε, ἡ ἄμεση καὶ στενὴ σχέση καὶ ἐξάρτηση τῆς θρησκευτικότητας μέ τὴν ἠθικὴ κρίση καὶ πράξη, δηλαδή μέ τή συμπεριφορὰ τοῦ μαθητῆ, ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπό τις σύγχρονες ἔρευνες. Ἀξιομνημόνευτη θεωρεῖται ἡ ἐρευνητικὴ ἐργασία τοῦ Kohlberg, ὁ ὁποῖος μελετῶντας τή σχέση τῆς ἠθικότητας μέ τή θρησκευτικότητα, στό πλαίσιο τῆς ὁλοκλήρωσης τῆς θεωρίας του γιά τὸν τρόπο καὶ τὰ στάδια ἠθικῆς ἀνάπτυξης τοῦ παιδιοῦ, ἀναγνώρισε τή θετική ἐπίδραση τῆς θρησκευτικότητας στήν ἠθικὴ κρίση καὶ κυρίως, στήν ἠθικὴ πράξη[28].
Τὸ θέμα τῆς προαιρετικότητας τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος δέν εἶναι ἁπλό, διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων, προσφέρονται ἐπίσημα στό δημόσιο σχολεῖο σέ κάποιους μαθητὲς μειωμένες εὐκαιρίες ἀγωγῆς καὶ μάθησης. Ἡ ἀνισότητα εὐκαιριῶν, ὡστόσο, ἀποτελεῖ μέτρο ἀντιπαιδαγωγικό, διότι μέ τὸν τρόπο αὐτὸ παρέχονται στούς μαθητὲς διαφορετικὰ ἀξιακὰ ἐπίπεδα μαθήσεως, παιδείας καὶ μορφώσεως. Ἔτσι, ὅταν οἱ μαθητές, πού λαμβάνουν λιγότερα μαθησιακὰ ἀγαθά, εἰσέλθουν στήν κοινωνία, ὡς ὑπεύθυνοι πολίτες, ἡ ἔλλειψη αὐτὴ θά ἐπιδράσει δυσμενῶς στήν ὁμαλή ἐπικοινωνία, συνύπαρξη καὶ συμβίωσή τους μέ τοὺς ὑπολοίπους.
Τίθενται, ὅμως, καὶ λόγοι ἄνισης μεταχείρισης τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν, σέ σχέση μέ ὅλα τὰ ἄλλα ὑποχρεωτικὰ μαθήματα, ἀφοῦ τὸ μάθημα θεωρεῖται ὡς μάθημα ὄχι εἰδίκευσης, ἀλλὰ μάθημα πού προάγει μιά γενική πολιτισμική παιδεία καὶ μόρφωση καὶ συμβάλλει στήν ἀνάπτυξη καὶ ὁλοκλήρωση τοῦ χαρακτῆρα καὶ τῆς προσωπικότητας τῶν μαθητῶν[29].
Ἐκτός τῶν ἄλλων ὅμως, οἱ μαθητὲς τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου, ποὺ ζοῦν σὲ μιά χώρα πού εἶναι δεμένη μέ τή χριστιανικὴ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση καὶ τὸ λαϊκὸ πολιτισμό, θά ἔχουν μεγάλα μαθησιακὰ καὶ ἐπικοινωνιακὰ κενά, ἂν δέν γνωρίζουν τή σημασία καὶ τὸ νόημα βασικῶν θρησκευτικῶν στοιχείων τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.
Ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς γνωστό, συνδέεται μέ τὰ γεγονότα, τὸ ἑορτολόγιο καὶ τὴν ἐν γένει θρησκευτικὴ ζωή, ἡ ὁποία μάλιστα προσδίδει μιά ὑπαρξιακὴ καὶ ἀξιακὴ ἀναφορὰ καὶ ἕνα βαθύτερο νόημα στή ζωὴ του. Τὰ θρησκευτικὰ γεγονότα, οἱ θρησκευτικὲς πράξεις, οἱ θρησκευτικοὶ συμβολισμοὶ καταλαμβάνουν ἕνα μεγάλο μέρος αὐτοῦ πού ὀνομάζεται «πολιτισμικό περιβάλλον» τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ σύγχρονος Ἕλληνας ἀγαπᾶ τίς παραδόσεις του, ἔχει μάθει νά ζεῖ μὲ τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα, τὶς μεγάλες ἑορτές, τὶς ἐπετείους, τὶς βαπτίσεις, τοὺς γάμους, τὰ πανηγύρια, τὴν ἐν γένει λατρευτικὴ ζωή, τὶς χριστιανικὲς ὀνομαστικὲς ἑορτές, ἐνῶ πολὺ συχνὰ χρησιμοποιεῖ χριστιανικὲς παροιμιώδεις ἐκφράσεις ἢ γνωμικὰ στό λεξιλόγιό του.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκοποὺς τῆς παιδείας, λοιπόν, εἶναι ἡ συνειδητὴ σύνδεση τοῦ μαθητῆ μέ τὸ πολιτισμικὸ καὶ τὸ εὐρύτερο κοινωνικοπνευματικὸ περιβάλλον τοῦ τόπου του γιά νά μπορεῖ νά κατανοεῖ τή σημασία, τὸ νόημα καὶ τὴν ἀξία ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων.
Πῶς θά νιώσει τὸ παιδί, γιά παράδειγμα, τὸ θρησκευτικὸ κάλλος καὶ τὸ συμβολισμὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πολιτισμικῶν μνημείων, ποὺ συναντᾶ καθημερινὰ μπροστὰ του σέ ὅλη τὴν ἐπικράτεια, χωρίς τίς γνώσεις ποὺ τοῦ προσφέρει συστηματικὰ, μέσα ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνη δημόσια παιδεία, τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν;
Πῶς θά συνειδητοποιήσει καὶ θά διατηρήσει ἐπίσης τὴν ἑλληνικὴ του ταυτότητα καὶ τὴν πολιτισμικὴ του ἰδιαιτερότητα, ὅταν, λόγῳ ἔλλειψης βασικῶν γενικῶν γνώσεων, δέν μπορεῖ νά ἀναγνώσει νοηματικὰ τὴν ἀξία ἑνὸς μεγάλου μέρους τῆς ἑλληνικῆς πολιτισμικῆς κληρονομιᾶς, ποὺ ἀφορᾶ στόν ὀρθόδοξο χριστιανικὸ πολιτισμό;
Πολὺ σπουδαῖο θέμα, ὅμως, εἶναι καὶ τὸ θέμα τῆς ὑγιοῦς θρησκευτικῆς πίστεως, τὸ ὁποῖο ἐνδιαφέρει, ὄχι μόνον τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτεία. Κυκλοφοροῦν, ὡς γνωστό, πολλὲς θρησκευτικὲς προλήψεις, δεισιδαιμονίες, προκαταλήψεις καὶ ἀντιλήψεις, ποὺ πολὺ συχνὰ ὁδηγοῦν σέ παρεκκλίσεις, φανατισμούς, ἀκρότητες καὶ φονταμενταλι-σμούς.
Ὑπάρχουν ἐπίσης καὶ στή χώρα μας τὰ τελευταῖα χρόνια παραθρησκευτικὰ φαινόμενα καὶ αἱρέσεις μέ προπαγανδιστικὴ δραστηριότητα, ποὺ περιλαμβάνουν στή διδασκαλία τους ἀκραῖα καὶ ἐπικίνδυνα στοιχεῖα γιά τὰ ἑλληνικὰ καὶ εὐρωπαϊκὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτισμικὰ δεδομένα. Πῶς θά μάθει ὁ μαθητὴς νά ξεχωρίζει τὴν ὑγιῆ ἀπὸ τὴν ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα, καὶ νά προφυλάσσεται ἀπὸ τέτοιες πνευματικὲς παγίδες, ἄν δέ μετέχει στή σχολική θρησκευτικὴ ἀγωγή;
Ἐπισημαίνεται ἀκόμη ὅτι τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν προσφέρει πρότυπα ζωῆς, σχέσεων καὶ συμπεριφορᾶς, ἀπὸ πλευρᾶς ἀγωγῆς, στήν καλλιέργεια τοῦ κοινοτισμοῦ ἀπέναντι στή μάστιγα τῆς ἀτομοκρατίας, ποὺ γεννᾶ τὴν πλουτομανία, τὸν πόλεμο τῶν συμφερόντων, τῶν διαιρέσεων καὶ τῶν συγκρούσεων. Προάγει τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη ἔναντι τῆς βίας, τῆς τρομοκρατίας, τῆς ἀπανθρωπιᾶς. Καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη, τὴν πραότητα, τὴν φιλαδελφία, τὴν καλοσύνη, τὴν ἀλληλεγγύη ἔναντι τοῦ μίσους, τῆς ὀργῆς, τῆς καταπίεσης, τῆς ἐκμετάλλευσης, τῆς ἀδιαφορίας για τὸν «ἄλλο».
Ὁλοκληρώνοντας, ἐπισημαίνουμε ὅτι τὸ μοντέλο τῆς προαιρετικότητας εὐνοεῖ στή διαμόρφωση ἀναλφάβητων ανθρώπων, ἀπό πλευρᾶς θρησκευτικῆς, πολιτισμικῆς καὶ ἠθικοκοινωνικῆς, μὲ ὅ,τι συνεπάγεται αὐτῆς τῆς μορφῆς ὁ ἀναλφαβητισμὸς γιά τὴν ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ ἑλληνορθόδοξου πολιτισμοῦ.
Για τούς παραπάνω λόγους, Σᾶς παρακαλοῦμε νά ἐπιστρέψει τό μάθημα, μέ νέα ἐγκύκλιό σας, στό προηγούμενο καθεστώς, πού ἴσχυε μέχρι τόν Αὔγουστο τοῦ 2008.

Μέ ἐκτίμηση,

Ἡ Διοικοῦσα Επιτροπή


[1] Ἀ. Κακαβούλης, Ἠθική ἀνάπτυξη καί ἀγωγή, Ἀθήνα 1994, σ. 277.
[2] Κολ. 3, 9-10 καί Ἐφεσ. 4, 22-23.
[3] Ἰ. Κογκούλης, Τό μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στή Μέση Ἐκπαίδευση κατά τήν πεντηκονταετία 1932-1982, ἐκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 27.- Πρβλ. καί Ἰ. Κονιδάρης, «Ἡ συνταγματική ἐπιταγή γιά τήν ἀνάπτυξη τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως», Σύναξη, τεῦχ. 66 (1998), σ. 37, ὅπου ὑποστηρίζεται ὅτι τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν «πρέπει νά ἐξακολουθήσει νά διδάσκεται ὡς ὑποχρεωτικό, διότι ἡ Ὀρθοδοξία ἀποτελεῖ διάσταση τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας, εἶναι συνυφασμένη μέ τήν ἱστορία τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀποτελεῖ ταυτόχρονα πολιτισμικό μέγεθος καί ὅτι τό μάθημα βοηθᾶ τό μαθητή σέ γενικότερους προβληματισμούς, πού τοῦ ἀνοίγουν μιά διάσταση τελείως διάφορη ἀπό ἐκείνη τοῦ ἄκρατου καταναλωτισμοῦ πού κάθε μέρα βιώνει».
[4] Ἡ. Ρε­ρά­κης, «Ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῶν Θρη­σκευ­τι­κῶν στίς χῶ­ρες τῆς εὐ­ρω­παϊ­κῆς ἕνω­σης», ΕΕΘΣΠΘ/ΤΠΚΘ., 7, Θεσ­σαλονίκη 2001, σσ. 85-104.
[5] Ἡ. Ῥεράκης, Σύγχρονη Διδακτική τῶν θρησκευτικῶν, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶς, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 89.
[6] Ἰ. Κογκούλης, Ἡ διαπροσωπική ἐμπιστοσύνη στήν παιδαγωγική ἐπικοινωνία διδάσκοντος καί διδασκομένου καί οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, Λόγος Πανηγυρικός πού ἐκφωνήθηκε κατά τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν (30ή Ἰανουαρίου 1999) στήν αἴθουσα τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐκδ. Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 11.
[7] W. Windelband-H. Heimsöth, Ἐγχειρίδιο Φιλοσοφίας, τόμ. Α', ἐκδ. Μορφωτικό Ἵδρυμα Ἐθνικῆς Τραπέζης, Ἀθήνα 2001, σ. 277.
[8] Klaus Westphalen, Ἀναμόρφωση τῶν Ἀναλυτικῶν Προγραμμάτων, Εἰσαγωγή στή Μεταρρύθμιση τοῦ Curriculum, μτφρ. Ἰ. Πυργιωτάκης, ἐκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1982.
[9] Ἄρθρ. 16, παρ. 2 τοῦ Ἑλλην. Συντάγματος - Πρβλ. καί ἄρθρο 2 τοῦ πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου τῆς Εὐρωπ. Συμβάσεως ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, πού ἐπικυρώθηκε στήν Ἑλλάδα μέ τό Νόμο 53/1974.
[10] Π. Ξωχέλης, «Ἐκπαίδευση», στήν Παιδαγωγική Ψυχολογική Ἐγκυκλοπαίδεια-Λεξικό, τόμ. 3, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1989, σσ.1685-1687.
[11] Ἀ. Καψάλης, Παιδαγωγική Ψυχολογία, δ΄ ἔκδοση, ἐκδ. Κυριακίδης 2006, σ. 352.
[12] Γ. Φλουρῆς, Ἡ ἀρχιτεκτονική τῆς διδασκαλίας καί ἡ διαδικασία τῆς μάθησης, ἐκδ. Γρηγόρης, Ἀθήνα 1984, σσ. 85-95.
[13] Ὅ.π., σ. 78.
[14] L. Solomon, «Ἐκπαίδευσης ὠφελήματα», στήν Παιδαγωγική Ψυχολογική Ἐγκυκλοπαίδεια-Λεξικό, τόμ. 3, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 1989, σσ. 1698-1701.
[15] «Δομή καί τή λειτουργία τῆς Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης», Νόμος 1566, ἀρ. φύλλου 167, τεῦχ. Πρῶτο, ἄρθρο 1, Ἀθήνα 30 Σεπτ. 1985, σ. 2547.
[16] Ἄρθρο 16, παρ. 3 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος.
[17] «Δομή καί τή λειτουργία τῆς Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης»…, ἄρθρο 1α, ὅ.π., σ. 2547.
[18] Νόμος πλαίσιο ἀρ. 1566/85: Δομή καί τή λειτουργία τῆς Πρωτοβάθμιας καί Δευτεροβάθμιας Ἐκπαίδευσης, ἐκδ. Ὁργανισμός Ἐκδόσεων Διδακτικῶν Βιβλίων, Ἀθήνα 1985, σσ. 2, 12, 17, 21.
[19] Ἐνιαῖο Λύκειο, Ἐνιαῖο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδῶν, ἐκδ. Ὁργανισμός Ἐκδόσεων Διδακτικῶν Βιβλίων, Ἀθήνα 1998, σ. 307.
[20] «Διαθεματικό Ἐνιαῖο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) καί Ἀναλυτικά Προγράμματα Σπουδῶν (Α.Π.Σ.) Δημοτικοῦ–Γυμνασίου», ὅ.π., σ. 3735.
[21] Ὅ.π., σ. 3736.
[22] Ὅ.π., σ. 3735.
[23] Ὅ.π., σ. 3867.
[24] Ὅ.π., σ. 3893.
[25] G. Mialaret, Εἰσαγωγή στίς ἐπιστῆμες τῆς ἀγωγῆς, μτφρ. Γ. Ζακόπουλος, Ἀθήνα 1966, σ. 156, ὅπου ὑπογραμμίζεται ὅτι ὁλόκληρο τό ἐκπαιδευτικό σύστημα θά πρέπει νά ἀντιστοιχεῖ στήν κουλτούρα, τίς παραδόσεις καί τίς σύγχρονες ἀνάγκες τῆς κοινότητας.
[26] J. Haldane, “Religious Education in a Pluralistic Society”, British Journal of Educational Studies, 34 (1986), σσ. 161-181, ὅπου τονίζεται ὅτι στά σχολεῖα πρέπει νά διδάσκεται τό μάθημα τῆς χριστιανικῆς ἀγωγῆς πού καλλιεργεῖ τή χριστιανική πίστη, ἐπειδή πάνω σ’ αὐτήν στηρίζονται οἱ βασικές ἀρχές τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ, ἀλλά καί διότι ἡ πίστη ἀποτελεῖ βασικό παράγοντα διατήρησης τῆς κοινωνικῆς συνοχῆς.
[27] Ἡ. Ματσαγγούρας, Ἡ σχολική τάξη, Χώρος, Ομάδα, Πειθαρχία, Μέθοδος, Β΄ ἔκδοση, ἐκδ. ἰδίου, Ἀθήνα 2000, σ. 384.
[28] Ὅ.π., σ. 417.
[29] Γ. Βαγιανός, Ἡ θρησκευτική ἀγωγή στήν Α/βάθμια Ἐκπαίδευση, (Συμβολή στή διδασκαλία τοῦ θρησκευτικοῦ μαθήματος, Θεσσαλονίκη 1989, σσ. 382-383.

O αντιπρόεδρος της ΠΕΘ και ο Σύνδεσμος Θεολόγων Μακεδονίας απαντούν στη "Πρωτοβουλία Θεολόγων Ελλάδας" (κείμενο των "44")

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΕΝΩΣΙΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Χαλκοκονδύλη 37. 10432 ΑΘΗΝΑ
Τηλ. 2105224180 - FAX. 2105224420
Iστοχώρος: http://www.petheol.gr/
e-mail: panenthe@otenet.gr & enosis@petheol.gr

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΕΡΙ ΤΟY ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

ΤΟΥ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΥ ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ

( Σχολιασμός της απάντησης των 44)

Του κ. Ηλία Φραγκοπούλου Θεολόγου-Φιλολόγου, Aντιπροέδρου του Δ.Σ. της ΠΕΘ

Διάβαζα πρίν από λίγο καιρό ένα άρθρο πού χαρακτήριζε τό μάθημα των Θρησκευτικών
«πολύπαθο ». Φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δέν μπορεί πιά νά θεωρηθεί «ιστορικός», αλλά αξίζει νά τόν βλέπουμε καί σάν «προφητικό». Aφού είναι ευδιάκριτες οι μελλοντικές του περιπέτειες. Όπως άλλωστε καί της ελληνικής εκπαίδευσης, πού απ' τή δεκαετία του 1960-70 συνεχώς μεταρρυθμίζεται, αλλά δέν κατάφερε ακόμα νά ρυθμισθεί. Θά πείτε ότι ο κόσμος μας συνεχώς μεταβάλλεται, « οι εποχές αλλάζουν». Aλλά εγώ ο «συντηρητικός» νομίζω πώς υπάρχουν στόν κόσμο κάποιες σταθερές, πού αγγίζει τά όρια του παραλόγου νά τροποποιούνται κάθε τετραετία, ή κάποτε καί κάθε διετία, ακολουθώντας άλλης κατηγορίας μεταβολές. Καί μιά τέτοια είναι η παιδεία, η γνωστική, διανοητική, πνευματική καί ηθική καλλιέργεια των παιδιών μας, καί η διαμόρφωσή τους σέ άξιες προσωπικότητες της κοινωνικής ζωής. Στά τέλη του περασμένου Μαΐου αναρτήθηκε στό Διαδίκτυο μιά «απάντηση εκπαιδευτικών θεολόγων σέ επιστολή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου». O τίτλος της ήταν: «Τά Θρησκευτικά ως αίτημα παιδείας καί όχι συντεχνίας». Θά θέλαμε μέ τά ακολουθούντα νά επισημάνουμε καί σχολιάσουμε κάποια σημεία απ'τά διαλαμβανόμενα στήν «απάντηση των 44», αφού άλλωστε ρητώς αναφέρεται καί στήν Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ), αλλά καί νά εκφράσουμε καί τίς δικές μας σχετικές απόψεις στό κεντρικό θέμα της «απάντησης», πού είναι ο χαρακτήρας του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΘΜ).
1. Κατ' αρχήν η «απάντηση» δίνεται σέ επιστολή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, τουλάχιστον τυπικά, αφού ξεκαθαρίζεται ότι η Δ.Ι.Σ. « διαβιβάζει πορίσματα μιάς ημερίδος της ΠΕΘ». Έτσι η «απάντηση» απευθύνεται κατ' ουσίαν στήν ΠΕΘ . Ξεχνούν όμως, ή μάλλον σκόπιμα αγνοούν οι 44 υπογράφοντες ότι τήν ημερίδα συνδιοργάνωσαν μαζί μέ τήν Ένωσή μας (τήν ΠΕΘ), καί η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Eλλάδος καί οι δυό Θεολογικές Σχολές των Πανεπιστημίων Aθηνών καί Θεσσαλονίκης. Καί έλαβαν μέρος σ' αυτήν από μέρους της πρώτης, αυτός ο Aρχιεπίσκοπος Aθηνών, μαζί μέ πλειάδα Aρχιερέων , από δέ τίς Θεολογικές Σχολές καί οι δύο Κοσμήτορες καί αρκετοί Καθηγητές, πού μίλησαν βεβαίως μέ εξαιρετικά σημαντικές θέσεις. Έτσι, γιά νά παίρνουν τά πράγματα τά πραγματικά τους μεγέθη. Πάντως πρέπει νά λάβουν όλοι υπόψη ότι η ΔΙΣ μέ τήν επιστολή της πρός τόν κ. Υπουργό φαίνεται ότι κρίνει ως « θετικές» τίς προτάσεις της ημερίδας, εφ' όσον ζητά τήν υλοποίησή τους από τό ΥΠΕΠΘ.

2. Aναφέρει η «απάντηση» ότι η επιστολή της Δ.Ι.Σ. πρός τόν κ. Υπουργό μέ τόν τρόπο της «ευνοεί λαθεμένες καί συγχυτικές αντιλήψεις...» Όσον αφορά στίς λαθεμένες αντιλήψεις γύρω απ' τό ΘΜ, αυτό θά τό δείξει ο χρόνος καί οι κοινωνικές εκδηλώσεις των ερχομένων γενεών, αφού η ιστορία δέν φαίνεται ικανή νά διδάξει μερικούς. Aλλά γιά τό θέμα της σύγχυσης θά θέλαμε νά σημειώσουμε: Η « απάντηση» έχει τίτλο πού δείχνει τήν περί τό μάθημα σύγχυση. Τά « θρησκευτικά» παρουσιάζονται αφ' ενός ως αίτημα παιδείας καί εννοείται έτσι η αντίληψη του θρησκειολογικού χαρακτήρα του μαθήματος (τό ονομάζουμε έτσι, γιατί πρός αυτή κλίνει η όλη αντίληψη της «απάντησης», χωρίς πάντως νά αγνοούμε τίς διευκρινιστικές σκέψεις πού αναφέρονται στήν 4η καί 6η παράγραφό της). Aπ' τήν άλλη χαρακτηρίζονται ως αίτημα συντεχνίας καί εννοείται μ' αυτό η αντίληψη του ομολογιακού μαθήματος ( πάλι ο όρος γενικά χωρίς διευκρινίσεις. Γιά νά συνεννοούμαστε). Εδώ ακριβώς υπάρχει η σύγχυση. Ποιός χαρακτήρας διδασκαλίας εκφράζει συντεχνιακή αντίληψη; O «θρησκειολογικός» πού αποβλέπει νά διαμορφώσουμε ένα μάθημα πού θά είναι δυνατό νά διδάσκεται σ' όλους, καί στούς αλλοθρήσκους, καί στούς μή πιστούς, μόνο γιά νά τούς έχουμε όλους στήν τάξη, χωρίς νά τούς καλούμε στήν πίστη καί τήν αγάπη του Χριστού; Αυτός πού αποβλέπει μόνο στή γνώση καί στήν ικανότητα των μαθητών «νά κάνουν πολλές ερωτήσεις γύρω από τή θρησκευτικότητα, νά αναπτύσσουν προσωπικές θρησκευτικές συζητήσεις... νά ελέγχουν καί νά κατανοούν κριτικά τή θρησκευτική γνώση...» καί όσα άλλα αναφέρονται στήν παράγραφο 6; Αυτά δέν είναι συντεχνιακά; Καί είναι συντεχνιακή η αντίληψη του «ομολογιακού» μαθήματος, η οποία , πέρα από τά πολλά στοιχεία γνώσεων - πού είναι κοινά καί στίς δυό αντιλήψεις-αποδέχεται, ως αναπόδραστη έστω συνέπεια, τήν περίπτωση νά διδάσκεται άλλο θρησκευτικό μάθημα σέ κάποια παιδιά από θεολόγο πάντως, πού θά μπορούσε ίσως σέ κάποιες περιπτώσεις νά μή είναι ορθόδοξος; Είναι συντεχνιακή η αντίληψη (τού ομολογιακού ΜΘ), πού θέλει στά ορθόδοξα παιδιά μας νά θέτει τούς προβληματισμούς όχι μόνο της γνώσης, αλλά καί της ζωής, καί του αγώνα της ηθικής συμπεριφοράς κατά τά αιτήματα της διδασκαλίας του Χριστού; Νομίζουμε ότι τό λεγόμενο « ομολογιακό» μάθημα στηρίζεται σέ αρχές πνευματικές καί όχι στήν - κατ' αρχήν- εξυπηρέτηση του κλάδου των θεολόγων καθηγητών. Ποιά απ' τίς δυό τάσεις είναι η συντεχνιακή καί ποιά η παιδευτική-παιδαγωγική; ʼς τό σκεφτούν οι 44 αγαπητοί συνάδελφοι. Κάποτε πρέπει νά σταματήσει η σύγχυση καί προπαντός η προσπάθεια συγχύσεως, η οποία τελικώς ζημιώνει όλους. Εκτός καί άν δέν θεωρούν συντεχνιακό τό δικό τους αίτημα (ένα θρησκειολογικό-πολιτιστικό-ιστορικό μάθημα), επειδή ένα τέτοιο μάθημα θά μπορούσε (καί πιθανώς θά έπρεπε), νά διδάσκεται από διδάσκοντες πού προβλέπει καί συνιστά η υπ' αριθμ. 1720 του 2005 Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης στίς Κυβερνήσεις των Ευρωπαϊκών χωρών μέ τίς παραγράφους 14.5 καί 14.6, στίς οποίες ορίζεται ότι «πρέπει νά είναι δάσκαλοι ενός πολιτιστικού ή λογοτεχνικού προγράμματος». Καί κάνει μόνο τήν « υποχώρηση» νά προσθέσει ότι « εν τούτοις οι ειδικοί σέ ένα άλλο κλάδο/πρόγραμμα θά μπορούσαν νά γίνουν αρμόδιοι γι' αυτήν τήν εκπαίδευση» (Recommandation 1720(2005) μέ τίτλο Education and Religion).

3. Στή δεύτερη παράγραφο της «απάντησης» δηλώνουν οι 44 ότι στόχος τους είναι η «υποχρεωτική διδασκαλία του ΘΜ σέ όλους ανεξαιρέτως τούς μαθητές ανεξαρτήτως της θρησκευτικής τους- ή μή- δέσμευσης» Καί, συνεχίζουν, ότι επειδή τό ομολογιακά σχεδιασμένο μάθημα δέν μπορεί νά διδάσκεται σ' όλους γι' αυτό (θά ) προτείνουν τόν επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα καί των στοχεύσεων του ΘΜ. Στό σημείο αυτό θά πρέπει νά τονίσουμε ότι ναί μέν είναι γνωστό ότι έχουν έλθει στά ελληνικά σχολεία παιδιά πού οι οικογένειές τους ανήκουν σέ άλλες θρησκείες ή ομολογίες. Aλλά αυτό τό γεγονός, πέρα απ' τό ότι τά παιδιά αυτά αποτελούν ιδιαιτέρως μικρό ποσοστό στό συνολικό αριθμό των μαθητών όλων των ελληνικών σχολείων, δέ μπορεί νά μάς οδηγήσει (πολύ περισσότερο νά μάς υποχρεώσει) σέ ουσιαστικές μεταβολές του περιεχομένου της δικής μας -τής ελληνικής-εκπαίδευσης.Η αποδοχή των 44 ότι « στίς σχολικές μας τάξεις δέν φοιτούν πλέον αποκλειστικά ορθόδοξοι μαθητές» είναι υπερβολική καί απλώς μεγαλοποιεί τά πράγματα, επειδή παρουσιάζεται σέ λίγες σχετικά περιπτώσεις. Στό κάτω-κάτω δέν θά εγκαταλείψουμε εμείς τό δικαίωμα πού έχουμε (έχουμε, ξέρετε, καί εμείς- οι ορθόδοξοι Έλληνες, δικαιώματα στόν τόπο τούτο), νά διδάξουμε τήν πίστη μας, τήν πίστη των πατέρων μας, στά παιδιά μας. Θά υπενθυμίσω τίς σχετικές μέ τά δικαιώματα των μεταναστών δηλώσεις του αυστραλού πρωθυπουργού Kevin Rudd (Σημ. Παραθέτουμε μικρό τμήμα γιά κατατοπισμό του αναγνώστη. Δήλωσε: « ʼν ο Θεός σάς προσβάλλει, σάς προτείνω νά βρείτε άλλο μέρος του κόσμου γιά νά ζήσετε, διότι εμάς ο Θεός είναι μέρος της κουλτούρας μας. Θά δεχτούμε αυτά πού πιστεύετε, χωρίς ερωτήσεις. Αυτό πού ζητάμε είναι νά δεχθείτε κι εσείς αυτό πού πιστεύουμε εμείς καί νά ζήσετε μαζί μας μέ αρμονία, χαρά καί ειρήνη». (Aπό τήν « Ενημέρωση Πελοποννήσου»). Aλλά άς μή γελιώμαστε. Καί στό θέμα αυτό δέν φταίνε οι μετανάστες καί η όποια θρησκευτική τους πίστη. ʼλλωστε οι ορθόδοξοι, ( Έλληνες, Σλάβοι κ.ά.) έχουμε αποδείξει στήνΙστορία της ανθρωπότητας ότι δέν είμαστε μισαλλόδοξοι. ʼν προσέξουμε τό κείμενο της «απάντησης των 44» θά δούμε μιά λεπτομέρεια πού αποδεικνύει από πού κυρίως προέρχεται η επιδίωξη της μεταβολής του χαρακτήρα του ΘΜ. Γράφει πώς τό ΘΜ θά πρέπει νά διδάσκεται σ' όλους ανεξαιρέτως, ανεξαρτήτως της θρησκευτικής- ή μή- δέσμευσης. Οι έχοντες όποια θρησκευτική δέσμευση-πίστη- δέν αντιδρούν, παρά ελάχιστα, στή διδασκαλία του λεγόμενου ομολογιακού μαθήματος. Εκείνοι (οι γονείς βέβαια) πού θέλουν νά τό καταργήσουν, γιά νά μή διδάσκεται ούτε στά παιδιά των ορθοδόξων Eλλήνων, είναι «οι μή έχοντες θρησκευτική δέσμευση», ή οι αποβλέποντες στό νά μήν έχουν «θρησκευτική δέσμευση» οι σύγχρονοι καί οι μελλοντικοί Έλληνες. Τό σημείο όμως στό οποίο πρέπει ιδιαιτέρως νά διαφωνήσουμε μέ τούς 44 είναι η άποψή τους ότι « η ανθρωπιστική καί η μορφωτική αρετή του ΘΜ. δέν έγκειται στό εγγενές καί απαράβατο περιεχόμενό του εκτός τόπου καί χρόνου, αλλά στόν τρόπο μέ τόν οποίο υλοποιείται εδώ καί τώρα». Δηλαδή η αξία του ΘΜ. βρίσκεται όχι στό διαχρονικό του περιεχόμενο, αλλά στή μέθοδο μέ τήν οποία προσφέρεται. Aλλά, αγαπητοί, η αξία του μαθήματός μας είναι ακριβώς αυτό τό περιεχόμενό του, δηλ. ο Χριστός, η πίστη σ' αυτόν ως Θεό καί Σωτήρα καί η αποδοχή καί εφαρμογή της διδασκαλίας του. Τήν αξία του τρόπου προσφοράς κανείς δέν τήν αρνείται. Σίγουρα ο τρόπος αυτός ( καί η υλοποίησή του ) μπορεί καί πρέπει, καί πράγματι κατά καιρούς μεταβάλλεται . Aλλά τό περιεχόμενό του ήταν, είναι καί θά είναι αυτό τούτο. Καί στόν 21ο καί στόν 27ο αιώνα καί πάντοτε. O χριστιανός άνθρωπος μ' αυτή τή διδασκαλία θά μορφωθεί. Αυτό τό πρότυπο θά μιμηθεί. ʼν θέλει νά είναι χριστιανός. Εμείς οφείλουμε νά τό διδάξουμε- νά τό δείξουμε στά παιδιά μας. Καί νά τά οδηγήσουμε σ' αυτό. ʼν μάς ενδιαφέρουν τά παιδιά μας, τά παιδιά των Eλλήνων, καί η πορεία τους στή ζωή. Στά άλλα παιδιά, όσα «προερχόμενα από άλλη θρησκευτική παράδοση», οι συνθήκες της ζωής έφεραν κοντά μας, φυσικά δέν θά τά υποχρεώσουμε. Μπορούμε σ' αυτά νά προσφέρουμε τό ευρύτερο « θρησκειολογικού » τύπου μάθημα πού προτείνουν οι θιασώτες του χαρακτήρα αυτού γιά τό ΘΜ.

4. Τούτο ακριβώς, η ρύθμιση μέ υποχρεωτικό «ομολογιακό» μάθημα γιά όλους τούς Έλληνες ορθοδόξους μαθητές, καί παράλληλο «θρησκειολογικό» γιά όλους τούς άλλους, αποκλείει τήν ασάφεια, σύγχυση καί υποτίμηση, πού αναφέρει η «απάντηση» στό τέλος της δεύτερης παραγράφου. Βεβαίως υπάρχει τό ενδεχόμενο αίτημα των άλλων θρησκειών ή δογμάτων γιά αντίστοιχη «ομολογιακή« διδασκαλία, όπου είναι η πλειοψηφία ή έστω ισχυρή μειοψηφία. Aλλά ήδη γνωρίζουμε τί γίνεται μέ τούς Μουσουλμάνους της Θράκης καί μέ τούς Ρ/καθολικούς των Κυκλάδων. ʼς μή επισείουμε λοιπόν φόβητρα γιά τήν Πολιτεία. Και γιά νά ολοκληρώσουμε τό θέμα τούτο. Διατυπώνεται στήν «απάντηση» (παράγραφο 3η) ότι οι δεχόμενοι τό ομολογιακό ΘΜ χρησιμοποιούν «άκριτα» τό επιχείρημα της εφαρμογής της ομολογιακής θρησκευτικής διδασκαλίας σέ χώρες της Ευρώπης (κυρίως στή Γερμανία). Πέρα από τή μεγάλη διαφορά του μεταναστευτικού πληθυσμού στίς χώρες αυτές, πρέπει νά σημειώσουμε καί τούτο. Σ' εμάς εδώ στήν Eλλάδα, μέ επικρατούσα θρησκεία (κατά τό Σύνταγμα) τήν ορθόδοξη χριστιανική, τό ελληνικό κράτος επεδίωκε μέ τή δημόσια εκπαίδευση νά μορφώνει τόν Έλληνα πολίτη σάν χριστιανό ορθόδοξο. Καί δέν υπήρχε πρόβλημα. Όταν όμως διαμορφώνεται πληθυσμός μέ διαφορετικές θρησκείες, ή όταν διαμορφώνεται (πιό σωστά επιδιώκεται νά διαμορφωθεί), πολιτεία- κράτος χωρίς επικρατούσα θρησκεία ( βλ. Χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας), τότε ποιός θά εμπιστεύεται τή θρησκευτική μόρφωση καί τήν καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης των παιδιών του σ'αυτό τό Κράτος καί τήν εκπαίδευσή του; Μοιραία λύση θά καταστή αυτό πού αναγράφει η «απάντηση» , δηλ. η εκχώρηση της ευθύνης γιά ΘΜ. στίς θρησκευτικές κοινότητες. Και μή ξεχνάμε στή Γαλλία μέ τήν άθρησκη δημόσια εκπαίδευση, σήμερα τά ιδιωτικά σχολεία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, πού προσπαθούν νά συμπληρώσουν το κενό, επιδοτούνται οικονομικά από τό Κράτος. 5. Πρέπει ακόμα νά προσθέσουμε ότι αποδεχόμενοι τόν ομολογιακό χαρακτήρα δέν αποκλείουμε πλήρως τή διδασκαλία θρησκειολογικού μαθήματος.Η περί των άλλων θρησκευτική γνώση είναι απαραίτητη. Aλλά καί η σύγκριση καί η υπογράμμιση διαφορών καί η συγκριτική αξιολόγηση διδασκαλιών. O προβληματισμός καί κρίση ανήκει στόν άνθρωπο πού καλλιεργούμε στό μάθημά μας. Αυτόν, πού τό σύνολο σχολείο οφείλει νά τόν κάνει ικανό νά σκέπτεται λογικά καί τίμια, καί νά επιλέγει τό πιό αξιόλογο γιά τή ζωή.

6. Στήν 5η παράγραφο της «απάντησης των 44»,παρουσιάζεται επιχείρημα πού φαίνεται ότι φέρνει πολύ κοντά τήν άποψη του « θρησκειολογικού» μέ τήν άποψη του «ομολογιακού» μαθήματος. Γιατί υποστηρίζει ότι μέ τήν πρότασή τους (δηλ. του «θρησκειολογικού») θά διευκολύνονται «οι μαθητές νά αναγνωρίσουν πόσο ο Χριστιανισμός καί η Oρθοδοξία ιδιαίτερα επηρέασε καί συνδιαμόρφωσε τόν ελληνικό πολιτισμό, ως παράδοση, ως τέχνη, ως ήθος, ως στάση ζωής...». ( η υπογράμμιση δική μας). Καί εδώ ακριβώς υπάρχει η ουσιαστική διαφορά μας.Η παραπάνω φράση της «απάντησης των 44 » βλέπει, αντιλαμβάνεται τό Χριστιανισμό καί τήν Oρθοδοξία από καθαρά καί μόνο ιστορική παρουσία (: επηρέασε, συνδιαμόρφωσε) καί σάν πολιτιστικό μέγεθος (:παράδοση, τέχνη), καί ίσως λίγο περισσότερο πνευματικά, αλλά πάλι στήν ιστορική τους όπως φαίνεται διάσταση σάν κοινωνική συμπεριφορά (: ήθος, στάση ζωής). Καί ακριβώς τούτο δέν μπορεί νά είναι αποδεκτό. Τό νά τίθεται η πίστη καί η αποδοχή της στό ίδιο σημείο μέ όλες τίς άλλες θρησκείες, όχι μόνο ως πρός τόν πολιτισμό, τέχνη/ήθος, στάση ζωής, αλλά καί τήν αποδοχή της θείας Aποκαλύψεως στό πρόσωπο, τό έργο καί τή διδασκαλία του Χριστού. Κι' εμείς πού επιδιώκουμε τό «ομολογιακό», επιδιώκουμε καί τά τρία στοιχεία. Δέν θέλουμε μόνο τό τρίτο στενά καί φανατισμένα, όπως θέλουν μερικοί νά μάς παρουσιάσουν, αλλά ξεκινώντας-βάζοντας βάση αυτό τό τρίτο σημείο νά οικοδομήσουμε καί τά δύο προαναφερόμενα, ή μάλλον τά μόνα αναφερόμενα στό υπόμνημα των 44. Τό νά μή ενδιαφέρονται γι' αυτό τό τρίτο σημείο είναι πού μάς προβληματίζει. Εμείς πάντως τό ΘΜ τό βλέπουμε καί ως «γνωστικό» αντικείμενο, καί ως «ομολογιακό» . Διαφορετικά, ως απολύτως γνωστικό θά μπορέσουν, νά τό συρρικνώσουν καί νά τό αφαιρέσουν από τούς θεολόγους.

7 .Η 6η παράγραφος της «απάντησης» αναφέρεται κυρίως στήν αντίληψή τους γιά τό προτεινόμενο ως « θρησκειολογικό» μάθημα. Θά έπρεπε νά σχολιαστούν περισσότερες ίσως εκφράσεις. Όμως εμείς θέλουμε νά μείνουμε στίς παρακάτω: Λέγεται απ' τούς 44 ότι θέλουν οι μαθητές «νά κατανοούν κριτικά τή θρησκευτική γνώση καί όχι νά υποτάσσονται σέ δεδομένες παραδοχές». «Παραδοχή» βεβαίως είναι τό δόγμα, η πίστη μας. Θά τό απορρίψουμε, καί θά ερμηνεύσουμε τίς χριστιανικές αλήθειες κατά τή δική μας άποψη, εντελώς προτεσταντικά; Aλλά είναι «δεδομένη παραδοχή» καί « υποταγή » σ' αυτήν η πίστη στήν ενσάρκωση-ενανθρώπιση του β' προσώπου της Θείας Τριάδος καί η ανάστασή Του; Θά τή λέγαμε μάλλον «προτεινόμενη πίστη» πρός «αποδοχή». Εμείς αυτό θέλουμε καί σ' αυτό στοχεύουμε. Η πρόταση των 44 ότι οι μαθητές μας θά πρέπει νά οδηγούνται απ' τό ΜΘ ώστε « νά αναπτύσσουν προσωπικές θρησκευτικές αναζητήσεις καί όχι νά αποδέχονται θεσμοποιημένες βεβαιότητες, καί όχι νά υποτάσσονται σέ δεδομένες παραδοχές», αλλά «νά διαμορφώνουν τίς δικές τους υπεύθυνες απόψεις καί στάσεις ζωής γύρω από τή θρησκευτική πίστη (αυτό τίθεται γενικά) καί τό Χριστιανισμό ( δηλ. εννοεί τή χριστιανική πίστη)».Η πρόταση αυτή ιδιατέρως πρέπει νά μάς ανησυχεί. Διότι ανοίγει τό δρόμο της άρνησης ή καί της αίρεσης, αφού μάλιστα δέν θά έχει προηγηθεί η αποδοχή καί στερέωση της χριστιανικής πίστης στά παιδιά μας. Θά μάς αντιτείνουν ότι αυτό θά τό έχει κάνει ήδη η οικογένεια καί η Εκκλησία. Aλλά αγαπητοί, σέ ποιά εποχή ζείτε; Πόσο η σημερινή οικογένεια, ακόμα καί η απλώς πιστή στό Χριστό οικογένεια, πού αγωνίζεται γιά τή ζωή της ( καί των παιδιών της) θά τό πετύχει τούτο μόνη της; ή πόσο δέν τό απαιτεί απ' τό σχολείο, τό ελληνικό σχολείο, στό οποίο στέλνει τά παιδιά της; Καί η Εκκλησία της Eλλάδος τί δυνατότητες έχει στή σημερινή πραγματικότητα νά οδηγήσει τά παιδιά των Eλλήνων στήν πίστη καί τή στερέωσή της, ώστε νά μπορούν μετά νά ανοίξουν τή σκέψη τους σέ κάθε είδους θρησκειολογικό θρησκευτικό -φιλοσοφικό λογισμό; Τό ΘΜ τό θέλουμε γιά τίς ανάγκες, τίς πραγματικές, των Eλλήνων, της Eλλάδος του σήμερα.

8. Γιά τόν αριθμό των ωρών διδασκαλίας δέν θά εκταθούμε. Θά θυμίσω μόνο τά όσα έχουν κατά καιρούς τονισθεί καί γραφεί γιά τή δίωρη διδασκαλία του ΘΜ, αλλά καί κάθε μαθήματος, καί ένα σημείο θέλω νά τονίσω. Η περικοπή πού έγινε τό 1982 στό ωράριο του ΘΜ του Λυκείου ήταν η πλέον πρόχειρη, αψυχολόγητη καί ανεπιτυχής. Περικόπηκε στό ήμισυ (έγινε μιάς ώρας η διδασκαλία) τό μάθημα της χριστιανικής ηθικής. Ίσως αυτό πού πρωτίστως χρειάζεται νά διδαχθεί η σύγχρονη νεολαία. Περικόψαμε αυτό καί όχι ένα οποιοδήποτε άλλο θρησκευτικό μάθημα ( π.χ. τήν ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης).

9. Όσον αφορά στή διδασκαλία του ΜΘ., από θεολόγους στά Δημοτικά Σχολεία. Τό αίτημα αυτό είναι πάλι απότοκο των αναγκών της σύγχρονης πραγματικότητας. Aποδεχόμενοι τήν ψυχοπαιδαγωγική προϋπόθεση της σχέσης του δασκάλου μέ τό παιδί της ηλικίας αυτής, υποχρεωνόμαστε νά ζητήσουμε τήν παραπάνω ρύθμιση, επειδή πλήθυναν οι περιπτώσεις δασκάλων πού »παραβλέπουν» τήν διδασκαλία του ΘΜ. Καί βεβαίως είναι ορθή η πρόταση της ανάγκης κατάρτισης των δασκάλων στά παιδαγωγικά τμήματα των Πανεπιστημίων. Τήν ίδια πρόταση έχουμε κάνει πολλές φορές. Καί έγγραφα πρός το ΥΠΕΠΘ επανειλημμένως υποβάλαμε γιά τό διορισμό ειδικών καθηγητών Διδακτικής των Θρησκευτικών στά τμήματα αυτά. Πάντως σήμερα μόνο σέ ένα υπάρχει τέτοιος. Οι διαμορφούμενες ανάγκες είναι πολλές φορές εκείνες πού υπαγορεύουν ανάλογες ενέργειες καί δράσεις. Οι θεωρητικές προσεγγίσεις είναι καλές, αλλά σέ περιπτώσεις προβληματικών πραγματικών καταστάσεων, οδηγούν σέ διαιώνιση των προβλημάτων. Κάποτε ίσως καί αυτό επιδιώκουν.

10. Στήν 8η παράγραφο η « απάντηση των 44» αγγίζει τό πιό σημαντικό σημείο πού τήν υπαγόρευσε. οφείλουμε νά τό δούμε: Κατ' αρχήν ανησυχεί γιατί η κοινοποίηση της επιστολής της Δ.Ι.Σ. στόν κ. Υπουργό «δημιουργεί τήν αίσθηση στήν κοινή γνώμη καί στούς θεολόγους ότι η Ποιμαίνουσα Εκκλησία υιοθετεί τίς προτάσεις της ΠΕΘ ως θετικές..» Αυτό ίσως τούς ενοχλεί. Aλλά υπενθυμίζουμε αυτό πού σημειώσαμε στήν αρχή ( παρ. 1 δική μας ). Τό δεύτερο πού ανησυχεί τους 44 είναι μήπως θεωρηθεί πώς «όλες αυτές οι προτάσεις συνιστούν « εξέλιξη» γιά τό ΘΜ». Καί τό συνδέουν αυτό μέ «στερεότυπες παρανοήσεις γύρω από τή θρησκευτική εκπαίδευση στήν Eλλάδα». Θά πρέπει όμως νά ρωτήσουμε άν «εξέλιξη» γιά τό ΘΜ στά σχολεία μας θά ήταν η μετατροπή τους σέ θρησκειολογικό- πολιτιστικό- ιστορικό καί κυρίως σέ αποκλειστικά καί μόνο γνωστικό μέ τήν περικοπή, τή διαγραφή, τήν απάλειψη κάθε προσπάθειας διδακτικού, μορφωτικού, ανθρωποπλαστικού χαρακτήρα των νέων Eλλήνων. Αυτή ακριβώς τήν πρόταση εξέλιξης δηλώνουμε σαφώς καί απεριφράστως ότι δέν θέλουμε. Γιατί πιστεύουμε καί αποδεχόμαστε τήν ανθρωποπλαστική καί διαμορφωτική της προσωπικότητας δύναμη της ορθόδοξης πίστης μας καί της διδασκαλίας του Χριστού μας. Αυτό ακριβώς δέν θέλουμε νά αποκλειστεί. Aπό κεί καί πέρα πολλά άλλα, ιδίως όσα αφορούν στό γνωστικό πεδίο, είναι όχι μόνο αποδεκτά, αλλά καί εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενα. Καί στό σημείο αυτό χρειάζεται ο διάλογος. Πού δέν ξέρω άν « χρειάζεται νά ξαναρχίσει», αφού ποτέ δέν θυμάμαι νά έγινε. Ενώ θυμάμαι αρκετούς αποφασιστικούς μονόλογους.

11. Τελειώνοντας θά αναφερθούμε στόν ομορφογραμμένο πράγματι επίλογο της «απάντησης των 44». Δέν θά σχολιάσουμε τήν διακήρυξη της πάλης « γιά ένα υποχρεωτικό... μάθημα». Όμως θά υπογραμμίσουμε τήν άποψη του Brumer,η μέ τήν οποία κλείνεται η όλη απάντηση. Πράγματι «μυριάδες αντι-σχολεία ανταγωνίζονται τό σύγχρονο σχολείο». Κι' άν τό σχολείο εγκαταλείψει τήν προσπάθεια νά διαμορφώνει πνευματικές προσωπικότητες καί αντ' αυτού αφήσει νά διαμορφωθεί σέ εργαστήριο πού θά δημιουργεί ανθρώπους οι οποίοι θά είναι «ρεζερβουάρ γνώσεων», όπως λέγει ο καθηγητής του Aριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Iωάννης Κογκούλης, τότε οι πολίτες του μέλλοντος δέν είναι δύσκολο νά φαντασθούμε πού θά οδηγηθούν απ' τά «αντι-σχολεία». Έχουμε ήδη γνωρίσει τήν αρχή της πορείας αυτής. Θά κλείσουμε μέ τήν αντιπαραβολή των δυό οραματισμών: Οι 44 φαίνεται ότι οραματίζονται ένα σχολείο μέ καθαρά γνωστικό ΘΜ, στό οποίο «τό κάθε παιδί θά πρέπει νά γίνει ένας θρησκευτικά εγγράμματος καί συνειδητοποιημένος πολίτης πού (νά) έχει εκπαιδευτεί νά σέβεται καί νά συνυπάρχει μέ τόν όποιον «άλλον» . Εμείς οραματιζόμαστε ένα ΘΜ πού θά οδηγεί τό κάθε παιδί νά γνωρίσει καί νά εκτιμήσει καί νά αγαπήσει το Χριστό καί τήν αγάπη Του καί τή διδασκαλία Του. Καί αυτό θά τόν κάνει νά γίνει συνειδητοποιημένος χριστιανός πολίτης πού πράγματι θά σέβεται, θά συνυπάρχει καί προπαντός θά αγαπά τόν όποιον άλλον. Νά γιατί θεωρούμε αυτούς πού αποδέχονται τό λεγόμενο «ομολογιακό» μάθημα πολύ περισσότερο συναινετικούς στόν όποιο σχετικό διάλογο. Ενώ αυτούς πού διαρρήδην τό απορρίπτουν καί τό αρνούνται πολύ περισσότερο «δογματικούς» καί μέ διάθεση απόλυτης επιβολής των απόψεών τους. Περιμένουμε νά δούμε άν θά γίνει σχετικός διάλογος καί ποιά μορφή θά πάρει αυτός. Καί στό χώρο της Πολιτείας καί των οργάνων της. Καί στό χώρο της Διοικήσεως της Εκκλησίας. Καί στό χώρο αυτής ταύτης της Εκκλησίας γενικώς.

****************************

Για το ίδιο θέμα, ο Σύνδεσμος Θεολόγων Μακεδονίας - Θράκης σε ανοιχτή επιστολή του προς τους "44" αναφέρει:

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΘΡΑΚΗΣ
Γραφείο 404, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ,
54624 Θεσσαλονίκη
τηλ. – fax: 2310 997113,
mail: theologoi@gmail.com,
URL: www.theologoi.wordpress.com

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
Προς τους (44) Θεολόγους

Αγαπητοί συνάδελφοι,
Εκφράζουμε τη λύπη μας, διότι το κείμενο που δημοσιεύσατε, εκτός από μερικά σημεία του που εκφράζουν προβληματισμούς που απασχολούν όλους τους θεολόγους στο μεγαλύτερο μέρος του είναι ατυχές και απαράδεκτο.

1.Είναι ατυχής και άδικη η κριτική που ασκείτε στην Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία οργάνωσε μαζί με τις Κοσμητείες των Θεολογικών Σχολών και την Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων την Ημερίδα Στην Πεντέλη με θέμα «Εκκλησία και Θεολογία». Η ΔΙΣ, ως συνοργανώτρια της ημερίδας κατόπιν ομόφωνης παρακλήσεως των Θεολόγων που παραβρέθηκαν, ζήτησε από το ΥΠΕΠΘ να δει και να αντιμετωπίσει το ζήτημα της αδιοριστίας καθώς και το θέμα της προαιρετικότητας του μαθήματος των Θρησκευτικών που προέκυψε τον περασμένο Αύγουστο. Δεν αναφέρει η ΔΙΣ για ομολογιακό μάθημα (αυτός είναι ο δικός σας χαρακτηρισμός), διότι φυσικά το μάθημά μας δεν είναι ομολογιακό, εκτός αν πιστεύετε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ομολογία. Ζήτησε απλώς να είναι υποχρεωτική η διδασκαλία για τους Ορθοδόξους. Είναι άλλο το θέμα που βάζετε εσείς προς συζήτηση και δεν ασχολήθηκε μ΄ αυτό η Ημερίδα. Αντί να ευχαριστήσετε τον Αρχιεπίσκοπο και τα μέλη της ΔΙΣ που ήρθαν και πορβληματίστηκαν μαζί μας για δικά μας καυτά θέματα και να το θεωρήσουμε αυτό μια θετική αφετηρία που η ΔΙΣ δείχνει να είναι πρόθυμη και στο μέλλον να συμμετέχει στους αγώνες μας για τα θέματα που αφορούν το μάθημά μας, για την αδιοριστία κ.ά, έρχεστε και την κατακεραυνώνετε, γιατί δεν σκέφτηκε ή δεν έπραξε όπως θα θέλατε εσείς. Είναι λάθος, συνάδελφοι να μη έρχεστε στις Ημερίδες, να θέλετε όμως οι ημερίδες, από τις οποίες απουσιάζετε να αποφασίζουν όπως εσείς θέλετε.

2. Ήταν λάθος η παρέμβαση που κάνατε για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών από Θεολόγους στο Δημοτικό. Προτιμάτε, δηλαδή, να μην διδάσκεται το μάθημα στο Δημοτικό; Γιατί δεν μιλάτε γι΄ αυτό το θέμα; Γιατί δέχεστε να έρχονται από το Δημοτικό, που είναι η πρώτη βαθμίδα αγωγής και μόρφωσης, παιδιά θρησκευτικώς αναλφάβητα στο Γυμνάσιο (δεύτερη βαθμίδα αγωγής;) Γιατί δεν βλέπετε την πλημμελή διδασκαλία της θρησκευτικής αγωγής στο Δημοτικό, ως πρόβλημα αγωγής της χώρας και τα βάζετε με τους αδιόριστους Θεολόγους; Ξέρετε κάποια χώρα που διδάσκεται από εκπαιδευτικούς κάποιο μάθημα, χωρίς να έχουν οι εκπαιδευτικοί αυτοί αποδεδειγμένα, τα απαιτούμενα προσόντα, την απαραίτητη πανεπιστημιακή εκπαίδευση; Γιατί να απαιτείται πανεπιστημιακή ειδίκευση και κατάρτιση για να διδάξει ένας εκπαιδευτικός το μάθημα των Θρησκευτικών στην Α΄ Γυμνασίου και στην Στ΄ Δημοτικού (μια χρονιά νωρίτερα) το ίδιο μάθημα να το διδάσκουν ανειδίκευτοι και ανίδεοι; Σε ποια χώρα επιτρέπεται να γίνεται κάτι τέτοιο; Αυτά γιατί δεν σας απασχολούν; Και τάσσεστε με τόση ευκολία και αντισυναδελφικότητα εναντίον της ίδιας της ειδικότητάς σας και των αδιορίστων συναδέλφων σας;

3. Ως προς το θέμα της αλλαγής του χαρακτήρα του μαθήματος των θρησκευτικών, που μόνοι σας ανοίξατε, είναι φανερή η προχειρότητά σας, με την οποία αντιμετωπίζετε το θέμα.
Οι θέσεις που διατυπώνετε και το ύφος τους κειμένου σας, κάθε άλλο δείχνουν, από το ότι προβληματίζεστε σοβαρά και υπεύθυνα για το μάθημα των Θρησκευτικών. Το κεντρικό όμως στοιχείο του κειμένου σας είναι ότι θεωρείτε τους εαυτούς σας, ως τους μόνους κατάλληλους, ικανούς και αρμόδιους να επεξεργαστούν τα θέματα του μαθήματός μας. Ούτε καν μία πρόταση συνεργασίας, ούτε καν μία πρόσκληση διαλόγου και σύσκεψης.

Η τακτική αυτή, που εκφράζεται σε όλο το κείμενο όπως για παράδειγμα: «έχουμε δεσμευτεί να επεξεργαστούμε συγκεκριμένες προτάσεις για τον επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα των διαστάσεων και των στοχεύσεων του Θ.Μ.» ή « ομάδες Θεολόγων έχουν διαμορφωθεί και εργάζονται άτυπα, αλλά οργανωμένα» κ.ά., είναι μη θεολογική και μη συναδελφική. Την καταγγέλλουμε στους Θεολόγους και σε όσους αγωνιούν για το μάθημα των Θρησκευτικών. Είναι μια τακτική που διασπά την ενότητα των Θεολόγων και τους αγώνες τους για το μάθημά μας, υιοθετεί και καθιστά την υπόθεση του μαθήματος αντικείμενο διαχείρισης μιας ηγετικής ομάδας αυτοθεωρούμενων ειδικών και ειδημόνων και περιφρονεί τις Θεολογικές Σχολές, τους χιλιάδες θεολόγους και την Εκκλησία. Το θέμα του Θρησκευτικού Μαθήματος είναι θέμα όλων μας και πρέπει να αντιμετωπιστεί συλλογικά, συναδελφικά και ενωτικά από όλους. Γι’ αυτό σας καλούμε να ακολουθήσετε μια άλλη στάση.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

"Βυζάντιο" η Θεολογική Αθηνών...

Καταγγελίες καθηγητή για λαθροχειρίες

Βυζάντιο η Θεολογική

Ρεπορτάζ στο ΒΗΜΑ,

της κ. ΜΑΡΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ Κυριακή 12 Ιουλίου 2009 *

Αναστάτωση επικρατεί μεταξύ των καθηγητών και των φοιτητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά τις καταγγελίες του καθηγητή κ. Μάριου Μπέγζου, ο οποίος με επιστολή του προς όλους τους πανεπιστημιακούς αποκαλύπτει τους τρόπους αλλά και το κλίμα μέσα στο οποίο πολλές φορές λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις. Αφορμή για την έντονη αντίδραση και τις καταγγελίες που διατυπώνει ο γνωστός πανεπιστημιακός αποτέλεσαν τα όσα εκτυλίχθηκαν σε γενική συνέλευση Τμήματος της Σχολής. Τα γεγονότα που περιγράφονται είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι κυριαρχούν σε μια συνέλευση πανεπιστημιακών δασκάλων καθώς, όπως αναφέρει ο κ. Μπέγζος, «καθηγητές (...) με τρόπο “προβοκατόρικο” και σε ύφος αγοραίο (για να μην πω χυδαίο) παρέσυραν τον κατά πάντα σοβαρό Πρόεδρο του Τμήματος να φωνασκεί και κτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι να διακηρύσσει πως δεν πρόκειται να δεχθεί καμιά άλλη θέση ακόμα κι αν η Γενική Συνέλευση αποφάσιζε αντίθετα προς τη δική του γνώμη ή ο Πρύτανης υπεδείκνυε κάτι τέτοιο». Και προσθέτει: «Μέσα σε κλίμα οχλαγωγίας, για να μη χρησιμοποιήσω τη λέξη “τραμπουκισμού”,κάποια άτομα εθισμένα από τις φασιστικές μεθόδους των φοιτητικών χρόνων τους στον καιρό της δικτατορίας και τις χουντικές προϋπηρεσίες τους ενδεχομένως(;) σε ύφος “αποφασίζομεν και διατάσσομεν” με λαθροχειρία, αποκρύπτοντας έγγραφο του απόντος Διευθυντού του Τομέα μας,τον οποίον παραπλάνησαν ότι δήθεν δεν θα συνεζητείτο το θέμα στη Γενική Συνέλευση (...) που ο ίδιος θα απουσίαζε, καταντήσανε το Τμήμα Θεολογίας σε τέτοια “συνεδρία” να καταλήξει στην με οχλοκρατικό τρόπο λήψη απόφασης». Παρά τις αντιδράσεις, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης ανατέθηκε η διδασκαλία μαθήματος σε συγκεκριμένο καθηγητή και αυτό ενώ, όπως υποστηρίζει ο καταγγέλλων, «προσωπικά και για λόγους αξιοπρέπειας αρνήθηκα διαρρήδην να λάβω τον λόγο μέσα σε αυτό το απερίγραπτο και ανθρωπίνως ασφυκτικό κλίμα οχλαγωγίας που θύμιζε “λαϊκό δικαστήριο” της Αριστεράς ή “έκτακτο στρατοδικείο” της Δεξιάς των αλήστου μνήμης εμφυλιοπολεμικών καιρών της πατρίδας μας. Διαμαρτυρόμενος αποχώρησα από τη συνεδρίαση προς αποφυγήν χειροδικιών και λιντσαρίσματος».

Αναφερόμενος σε προβεβλημένο μέλος του κλήρου της Ελλάδας και συνάδελφό του στη Θεολογική Σχολή ο κ. Μπέγζος δηλώνει ότι «η αλλαγή τεσσάρων γνωστικών αντικειμένων εντός δεκαετίας είναι “μετάσταση” κυριολεκτικά που θυμίζει καρκίνωμα το οποίο μετατοπίζεται από μέρος σε μέρος του οργανισμού». Στη συνέχεια προσθέτει ότι ο κληρικός «αποπειράται να προβεί σε λαθροχειρία βαφτίζοντας το “κρέας” σε “ψάρι”,μεταποιώντας ψευδωνύμως τα πατρολογικά του έργα σε ιστορικοδογματικά και μεταβάλλοντας ψευδεπιγράφως τα οικουμενικά του δημοσιογραφήματα σε συμβολικά δήθεν επιστημονικά δημοσιεύματα». Προβλήματα, μετά τις καταγγελίες, φαίνεται να εντοπίζονται και στο Τμήμα Θεολογίας. Και πολλοί είναι εκείνοι που επισημαίνουν ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα καθώς η Θεολογική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ιδρύθηκε το 1837 και αποτελούσε μία από τις τέσσερις πρώτες Σχολές του Οθώνειου Πανεπιστημίου, του πρώτου που δημιουργήθηκε στη χώρα μετά την Επανάσταση του 1821.

Μεγάλες μορφές της Ορθόδοξης Θεολογίας, όπως ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, ο Αμίλκας Αλιβιζάτος , ο Κωνσταντίνος Ράλλης, ο Βασίλειος Στεφανίδης, ο Παναγιώτης Τρεμπέλας, ο Γεράσιμος Κονιδάρης, ο Νικόλαος Νησιώτης, ο Σάββας Αγουρίδης και ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, πέρασαν από τις έδρες της ιστορικής σχολής, που κινδυνεύει σήμερα να απολέσει το κύρος της. Συζήτηση στην Ιεραρχία O ι καταγγελίες του κ. Μπέγζου απασχολούν και τα μέλη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Πρόκειται, όπως επισημαίνεται, για ζητήματα τα οποία προκαλούν αίσθηση καθώς μόλις πριν από μερικούς μήνες σχεδόν όλη η πανεπιστημιακή κοινότητα της χώρας ασχολήθηκε με την οικογενειοκρατία που επικρατεί στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής, όπου παρουσιάζεται το φαινόμενο τουλάχιστον τέσσερις καθηγητές του να ανήκουν στην ίδια οικογένεια, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν ληφθεί μέτρα.

* BHMA της Κυριακής, 12/72009: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=278157&dt=12/07/2009

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Oι θεολόγοι διεκδικούν


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΟΥΣ ΤΗΣ Δ.Ε. ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟΥ ΦΟΙΤΗΤΟΥ κ. ΑΘΑΝ. ΔΕΒΕΤΖΙΔΗ (φωτ.) ΣΤΟ ΙΕ’ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΟΥ ΦΟΙΤΗΤΙΚΟΥ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΕΚΠΑ

ΠΑΡΟΣ 03-07-2009

Σεβασμιότατε!
Κυρία Έπαρχος!
Κύριε Δήμαρχε!
Κύριοι Πρόεδροι των Τμηματων Θεολογίας του Παν/μίου Αθηνών!
Κύριοι Καθηγητές!
Κύριε Πρόεδρε του Μ.Φ.Θ.Σ. !
Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι!

Με μεγάλη χαρά και τιμή παρευρίσκομαι ενώπιον σας για να σας μεταφέρω τους εγκάρδιους συναδελφικούς χαιρετισμούς των μελών του Συνδέσμου Θεολόγων Μακεδονίας-Θράκης, με τις θερμότερες ευχές για κάθε επιτυχία στο συνέδριο σας με θέμα: «Mare Nostrum. Μεσόγειος και Χριστιανισμός δια μέσου των αιώνων».

Σε μια εποχή αμφισβήτησης των παραδοσιακών αξιών, είναι χρήσιμο να γνωρίσουμε σημεία της ιστορικής πορείας του Χριστιανισμού στον ζωτικό χώρο της πατρίδας μας, όπως είναι η Μεσόγειος, ένα σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών. Είναι γνωστό εξάλλου ότι ο Χριστιανισμός με την εμφάνιση του, μετέπλασε όλες τις αρνητικές θεσμικές καταστάσεις του «παλαιού κόσμου», εξαγιάζοντας τους κοινωνικούς θεσμούς, όπως του γάμου, της οικογένειας, του δικαίου, κ.α.

Στο σημείο αυτό θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ στον νεοσυσταθέντα σύνδεσμο μας, ο οποίος έχει ως σκοπό να καλύψει το κενό μιας συλλογικής, δυναμικής και ολοκληρωμένης συνδικαλιστικής φωνής των Θεολόγων, τουλάχιστον για την Βόρεια Ελλάδα, βρίσκεται σε συνεχή επαφή με την Π.Ε.Θ. και τα παραρτήματα της, ενώ έχει στους κόλπους του πλειάδα μελών ΔΕΠ από την Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ.
Πρωταρχικό μέλημα του Συνδέσμου μας είναι η αποκατάσταση των δικαίων του κλάδου μας, συμφώνα και με τις προτάσεις της Ιεραρχίας - ΠΕΘ - Θεολογικών Σχολών τον Δεκέμβρη του 2008, που αποτελούν και πάγια αιτήματα του θεολογικού κόσμου.

Με δεδομένο ότι ένας Θεολόγος δεν μπορεί να ιδιωτεύσει, είναι αναγκαία μια προσεκτική διαχείριση του όλου ζητήματος από την Πολιτεία και από την εκκλησιαστική διοίκηση, με αναφορά τόσο στον υπερπληθυσμό στις Θεολογικές Σχολές όσο και σε θέματα της απασχόλησης των Θεολόγων εν γένει.

Έτσι ο Σύνδεσμος μας, επιχειρεί να αναδείξει και να συμβάλλει σε έναν ευρύτερο διάλογο, πρωτίστως για το μάθημα των Θρησκευτικών. Το οποίο ως γνωστόν, μέσα από τα θέματα του, την διαλεκτική και τις προσεγγίσεις του, διαμορφώνει αξίες με υπέρβαση των προκαταλήψεων και των διακρίσεων, αφού οι πρώτες, συνδέονται με την υπαρξιακή στάση που προκύπτει από το ήθος της ελληνορθόδοξης παράδοσης μας.

Συνεπώς, το θεολογικό μάθημα χωρίς να διολισθαίνει σε έναν ακόμη κοινωνισμό, αναφέρεται στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα όπως τα ναρκωτικά, οι πολλαπλές μορφές βίας, το φαινόμενο της τρομοκρατίας, η διάβρωση του κρίσιμου θεσμού της οικογένειας, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η σοβαρή οικολογική κρίση των ημερών μας, κ.α. Είναι επιταγή λοιπόν

1.) Η απόσυρση των εγκυκλίων που αίρουν την υποχρεωτικότητα του Μαθήματος. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι απαλλαγές, συνιστούν απαράδεκτες ασυνέχειες στην εκπαιδευτική διαδικασία, και είναι αυτές που νομιμοποιούν το «κενό», με συνέπεια στο μέλλον την έλλειψη θρησκευτικής κρίσης και σκέψης για τις επόμενες γενεές συνολικά, με απροσδιόριστες αρνητικές συνέπειες.

2.) Η διδασκαλία του Θρησκευτικού Μαθήματος στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση από εμάς τους Θεολόγους, είναι μια αναγκαιότητα, καθώς η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί.

3.) Είναι επίσης απαραίτητη η ενδυνάμωση του στην Τεχνική Εκπαίδευση, καθώς με την μεταρρύθμιση του 2006, έχει ψαλιδιστεί αναίτια στις τάξεις των ΕΠΑΛ και των ΕΠΑΣ.

4.) Καθώς επίσης, το ζήτημα των αναθέσεων μαθημάτων (β’ ανάθεση) με προτίμηση στον κλάδο μας, λόγω εγγύτητας των Προγραμμάτων Σπουδών μας, όπως π.χ. της Κοινωνιολογίας στο Λύκειο. Αλλά και η αναφορά της ειδικότητας μας, σε όλους τους τύπους εκπαίδευσης, π.χ. στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας.

Μέσα όμως σε αυτό το απογοητευτικό κλίμα, μας δίνει πραγματικά ελπίδα η βούληση της Ιεράς Συνόδου για την αξιοποίηση πλέον και των λαϊκών αποφοίτων θεολογίας ως εκκλησιαστικών υπαλλήλων, με την στελέχωση υπηρεσιών των ιερών Μητροπόλεων και ιδίως των ενοριών, προς βοήθεια των εφημερίων κληρικών στο δύσκολο ποιμαντικό τους έργο.

Κύριοι συνάδελφοι, ως μεταπτυχιακοί φοιτητές έχουμε μεγάλη ευθύνη για τα συμβαίνοντα στην ακαδημαϊκή θεολογία, και οφείλουμε με αυτοκριτική ματιά να την αναλάβουμε.

Η συστράτευση όλων μας είναι προϋπόθεση, για να αρθεί ο αποκλεισμός του πτυχίου (άρα και όλων των μεταπτυχιακών τίτλων) τόσο από προκηρύξεις σε θέσεις ΠΕ Διοικητικού όσο και ΠΕ Κοινωνικών-Ανθρωπιστικών Επιστημών.

Κλείνοντας, θα ήθελα να μνημονεύσω την πρωτοβουλία του Συνδέσμου μας για την προώθηση των προτάσεων για απασχόληση των Θεολόγων στον Θρησκευτικό τουρισμό και τον Πολιτισμό, ζητήματα για τα οποία απαιτείται συντονισμός και συνεργασία όλων μας. Είθε με την ευλογία του Σεβασμιοτάτου Μητροπολίτη Παροναξίας κ. Καλιννίκου, το συνέδριο σας να στεφθεί με επιτυχία. Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Kαταγγελία της "Πρωτοβουλίας Θεολόγων ΑΠΘ" κατά της "ΠΕΑΕ"

Από την "Πρωτοβουλία Θεολόγων ΑΠΘ" λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή:

"Εμπαιγμός της ΠΕΑΕ στην Πρωτοβουλία Θεολόγων ΑΠΘ"

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Η εκπρόσωπος της Πανελλήνιας Ένωσης Αδιορίστων Εκπαιδευτικών (τα στοιχεία της οποίας είναι γνωστά στην Πρωτοβουλία μας), αγνοείται!

Η ΠΕΑΕ υπήρξε ένας από τους φορείς στους οποίους η Πρωτοβουλία Θεολόγων ΑΠΘ, απευθύνθηκε στα πλαίσια της συνεργασίας με τον ευρύτερο χώρο των αδιορίστων εκπαιδευτικών στην χώρα μας. Η ΠΕΑΕ έλαβε το Υπόμνημα μας αμέσως μετά τις 28-11-2008 ηλεκτρονικά, ενώ επιβεβαιώθηκε η λήψη του από τον Δεκέμβρη του 2008.Δεν στάθηκε δυνατή κάποια πρώτη απάντηση καθώς η εκπρόσωπος της ζήτησε συνάντηση στην Αθήνα, κάτι που δεν ήταν εφικτό να γίνει.Στην ίδια τηλεφωνική επικοινωνία τότε, η κα. Χ.Π. είπε χαρακτηριστικά "εμείς παιδιά δεν σας λέμε μπράβο", έκτοτε δεν υπήρξε κάποια άλλη επικοινωνία.Κατόπιν, αιτήματος αρκετών μελών της Πρωτοβουλίας μας, επικοινωνήσαμε εκ νέου με την ΠΕΑΕ, και συμφωνήθηκε να εκδοθεί ανακοίνωση η οποία ΔΕΝ θα λαμβάνει θέση για τον χαρακτήρα του Μαθήματος των Θρησκευτικών. (με δεδομένο ότι το ζήτημα με τις απαλλαγές είναι ακόμη ανοικτό, καθώς και με τον εύρυτερο θεολογικό διάλογο εν εξελίξει)Με την πάροδο δύο περίπου εβδομάδων, αναζητήθηκε το κείμενο το οποίο θα εξέδιδε η ΠΕΑΕ. Τελικά κατόπιν αφόρητης πίεσης στην εκπρόσωπο της ΠΕΑΕ, εστάλη ένα πρόχειρο "κείμενο βάσης" με απίστευτες ανακρίβειες και ψεύδη, που ουσιαστικά διαστρέβλώναν τα πράγματα και δεν είχαν τίποτε να προσφέρουν στον αγώνα για το ζήτημα της αδιοριστίας των Θεολόγων.

Η εκπρόσωπος έφτασε στο σημείο να επικαλεστεί προσωπικό φόρτο εργασίας, προβλήματα υγείας, κ.α. ενώ δεν παρέλειψε να ζητήσει συγγνώμη στα e-mail της, για την αργοπορία.Θα ήταν προτιμότερο να μας δήλωναν όμορφα και απλά , αλλά εκ των προτέρων (!) ότι δεν ενδιαφέρονται για το θέμα και τα προβλήματα μας, παρά όλη αυτή η παρωδία!Το σίριαλ όμως δεν τελειώνει εδώ...Κι ενώ ζητήθηκε έντονα από μας, να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της ΠΕΑΕ, για το κείμενο που θα ήταν Δήλωση Συμπαράστασης, καταλήξαμε στο να ζητήσουμε 2ο κείμενο κατόπιν διορθώσεων που προτείναμε.Έκτοτε η ΠΕΑΕ δεν έχει επικοινωνήσει με κανέναν τρόπο με την Πρωτοβουλία μας.Ομοίως δεν επικοινωνεί και με την Πανθεσσαλική Συντονιστική Επιτροπή αδιορίστων Θεολόγων.

Η ΠΕΑΕ για δεύτερη φορά μας απέδειξε ότι δεν εκπροσωπεί το σύνολο των αδιορίστων ή τουλάχιστον δεν θέλει να εκπροσωπεί όλους τους αδιόριστους.Μας θλίβει η γενικότερη συμπεριφορά των αδιορίστων συναδέλφων αυτών, οι οποίοι δεν φαίνεται να μπορούν να προσφέρουν κάτι το ουσιαστικό στο ευρύτερο πλαίσιο της κίνησης μας, όπως είναι μια καλύτερη, ουσιαστικότερη και ολόπλευρη παιδεία!Οι θέσεις των διοικούντων τώρα την ΠΕΑΕ, όπως και τα κείμενα που απέστειλαν, είναι μια κακογραμμένη αντιγραφή των προγραμματικών θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για την Θρησκευτική εκπαίδευση στην χώρα μας.Τα κείμενα αυτά βρίσκονται στην δίάθεση της Πρωτοβουλίας μας, η οποία πλέον δεν προτίθεται να επαναπροσεγγίσει εκ νέου την ΠΕΑΕ, η οποία αποδείχθηκε κατώτερη των προσδοκιών μας και των περιστάσεων.